
Τον
Γενάρη του 2026 η ομάδα του foidel.gr, και πιο συγκεκριμένα ο Λευτέρης
Τσουρέας, συνάντησε τον Φοίβο Δεληβοριά δύο φορές και συζήτησε εκτενώς μαζί του
για τον απόηχο της Ταράτσας, την
τρέχουσα πορεία του Threesome στο
Κύτταρο της Αθήνας και ό,τι περιμένουμε να δούμε στην Ειρήνη του Αριστοφάνη αυτό το καλοκαίρι.
Tην
περσινή χρονιά έκανες τις περισσότερες εμφανίσεις στη μέχρι τώρα πορεία σου.
Έκανα 69 συναυλίες, συν 18 Ταράτσες, συν 25 συμμετοχές σε συναυλίες
φίλων. Έπαιξα συνολικά 100 φορές περίπου.
Πώς
το βίωσες; Σε εξουθένωσε;
Για δυο βδομάδες μετά το τελευταίο live, δε μπορούσα ούτε να μιλήσω. Έβγαινα μόνο
σε πολύ κοντινά καφέ, μου μιλούσαν οι άλλοι και δεν τους καταλάβαινα. Βίωσα
αυτό που λέμε «κρασάρισμα».
Γύρισες
σχεδόν ολόκληρη την Ελλάδα, πήγες και στο εξωτερικό, όπως στην Αγγλία και στην
Ισπανία. Είδες διαφορετική αντιμετώπιση στα κομμάτια από τον κόσμο; Είδες
διαφορετικό κοινό;
Το κοινό ήταν συγκινητικότατο.
Κατέκλυζε τους χώρους –ακόμη και το καταχείμωνο, ακόμη και σε πόλεις που δεν
είχα ξαναπάει. Αν ενώνει κάτι τόσο διαφορετικά άτομα σε τόσο διαφορετικές
πόλεις, είναι μια δίψα κοινωνικότητας. Με έναν τρόπο ούτε κάφρικο, ούτε που να
αγνοεί το εσωτερικό βίωμα, έτοιμη όμως για πανηγύρι. Ήταν πολύ ενθαρρυντικό. Εκείνο
που με έχει προβληματίσει είναι η εικόνα των πόλεων, η γενική κατάθλιψη.
Τι
είδες στις πόλεις που επισκέφτηκες;
Είδα μια γενική μιζέρια. Δηλαδή
αυτό που βλέπουμε και στο αποτύπωμα του πολιτιστικού προϊόντος πια στην Ελλάδα.
Gentrification, Airbnb, οι
ίδιες αλυσίδες καταστημάτων παντού και οι άνθρωποι στους δρόμους να κοιτάνε
πάντα κάπου αλλού, να εξαφανίζονται σε μιαν οθόνη ή στο κενό. Ακόμα και πόλεις
που τις βίωσα κάποτε σα μια ολοήμερη γιορτή, τρέλας, κοινωνικότητας, καλλιτεχνικού
οργασμού, όπως υπήρξε κάποια στιγμή η Θεσσαλονίκη, είναι σαν απορροφημένες στο
ασήμαντο, τρέχουν να προλάβουν τα αμείλικτα νούμερα και τα είδη πρώτης ανάγκης
στο τέλος του μήνα, έχουν ΔΕΠΥ, είναι κάπου κλεισμένες με Netflix ‘n´ chill.
Προσωπικά, το αποδίδω στην απόλυτή μας παράδοση στα κοινωνικά δίκτυα. Όταν ο
άνθρωπος ξεκίνησε όλη την περιπέτεια της σύνδεσης –από τις εφημερίδες κιόλας–
το έκανε για να ξεφύγει από τη μία και μοναδική πληροφορία, αυτήν του ντελάλη.
Την τελευταία δεκαετία άπειρες φωνές κατακλύζουν το κεφάλι του, η ενημέρωση
όμως είναι απελπιστικά φτωχή. Το κυριότερο, όμως, εθιστική σε κάτι πάρα πολύ
μικρό, πολύ στενό, στο οποίο πια συνηθίζουμε από παιδάκια. Υπακούει το μυαλό σε
μια εσωτερική προσταγή, η οποία δε συνοδεύεται από δημιουργικές πράξεις ή από
κριτική σκέψη, αλλά από υποταγή στην πρώτη εικόνα που θα σου τύχει. Αυτό βλέπω
στις πόλεις που πάω. Θυμάσαι τους
σχολικούς χάρτες, που οι χώρες είχαν ροζ και πράσινα χρώμστα και φανταζόμασταν
μέρη μαγικά, φυλές και ανθρώπους με άλλες δυνατότητες, άλλους ψυχισμούς, άλλους
τρόπους από μας; Τώρα η γη είναι ένα μέρος κατοικημένο από ανθρώπους, οι οποίοι
στις 9 το βράδυ θα κλειστούν όλοι στα σπίτια τους για να δουν σε μια πλατφόρμα
εκατομμύρια αδιάφορες εικόνες. Και το επόμενο πρωί, όλα τα μάτια αλλού κι ο
χάρτης γκρίζος.
Το
ένιωσες και στη Μαδρίτη αυτό;
Κοίτα κάτι που μου έκανε φοβερή
εντύπωση. Το μνημείο όπου φωτογραφίζονταν οι περισσότεροι ήταν ένα τεράστιο
άγαλμα του Demogorgon από το Stranger things. Εκεί ήταν οι ουρές,
ολομόναχο δίπλα το άγαλμα του Φραγκίσκου. Όχι ότι δεν έχει πλάκα αυτό. Προς
Θεού, δε θέλω να δαιμονοποιήσω την ποπ κουλτούρα. Όμως, αναρωτιέμαι σε ποιο
σημείο του χάρτη αυτή τη στιγμή θα βρω την ανάσα εκείνη που έστω για μια
εβδομάδα θυμίζει ουτοπία, χωνευτήρι ιδεών, κίνηση προς την ελευθερία και όχι
απλώς μια κοινή σε όλους ποπ αναφορά.
Πιστεύεις
ότι όλα αυτά θα επιδεινωθούν με την έλευση της τεχνητής νοημοσύνης;
Δεν ξέρω… δεν μπορώ να το πω. Ξέρω
ότι η αύρα των κοινωνιών, οι άχτιστοι χώροι, αυτό το πράγμα το οποίο δίνει αέρα
και σου δίνει τη δυνατότητα να ονειρευτείς ένα αύριο λίγο καλύτερο, δείχνει
ισοπεδωμένο και στατικό σε όποια πόλη και να πάω.
Θέλουμε
να μας πεις για τις δύο φορές που πήγες στην Ισπανία, κατόπιν πρόσκλησης του
Κοινωνικο-πολιτιστικού Συλλόγου Φιλελλήνων «Περίπλους» (asociacionperiplo.es)
και της Βίκυς Ρούσκα, που είναι η γραμματέας του συλλόγου. Πρώτα βρέθηκες στις
22 Νοεμβρίου στο Ιρούν της Χώρας των Βάσκων, στην 9η Ελληνική Ημερίδα που έλαβε
χώρα στο Ρωμαϊκό Μουσείο της κωμόπολης, η οποία ήταν αφιερωμένη στη σύγχρονη
ελληνική μουσική με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση των Μ.
Χατζιδάκι και Μ. Θεοδωράκη. Κατά δεύτερο λόγο, στις 5 Δεκεμβρίου έδωσες
συναυλία στην ισπανική πρωτεύουσα, στη Sala Villanos.
Καταρχάς, θεωρώ ευλογία της ζωής
μου και τη γνωριμία μου με τη Βίκυ και τα δύο αυτά δώρα που μου έκανε. Πήγα
εκεί και είδα έναν άνθρωπο ο οποίος έχει χτίσει πραγματικά μια μικρή κοινότητα
«Ελλήνων» στη Χώρα των Βάσκων, η οποία είναι και κινητή και αναπτύσσεται και
έχει και πλοκάμια στην Μαδρίτη. Είναι Ισπανοί οι οποίοι λατρεύουν τα ελληνικά,
έχουν μάθει πολύ καλά νέα ελληνικά και τα μιλάνε. Και το έκανε αυτό μια
καθηγήτρια γλυκύτατη από τη Θεσσαλονίκη, η οποία βρέθηκε εκεί. Αυτό είναι ένα
πραγματικό φαινόμενο! Και ειδικά σε έναν λαό που δε μιλάει ξένες γλώσσες. Ούτε
στα αγγλικά δεν μπορούν να σε εξυπηρετήσουν γιατί είναι Λατίνοι, έχουν μια πολύ
ισχυρή γλώσσα παγκοσμίως και δεν τους νοιάζει. Πάντα αισθανόμουν ότι οι Ισπανοί
είναι κοντά μας σε πολλά ζητήματα, αλλά πηγαίνοντας εκεί το κατάλαβα πάρα πολύ
έντονα. Αυτοί οι άνθρωποι που ανοίχτηκαν στο να ακούσουν τι είναι ο Βαμβακάρης,
ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Τσιτσάνης και όλα τα πρόσωπα στα οποία
αναφέρθηκα, ξέρανε που να το «πατήσουν» αυτό. Και δεδομένων των εκλεκτικών
συγγενειών, όπως αυτή του Γκάτσου με τον Λόρκα, αισθανόμουν πραγματικά μια πολύ
μεγάλη οικειότητα μεταδίδοντάς τους όλα αυτά στις ομιλίες μου στο μουσείο του
Ιρούν. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό μουσείο παγκόσμιας εμβέλειας, από τα
καλύτερα ρωμαϊκά μουσεία διεθνώς.
Η
συναυλία
στη Μαδρίτη επίσης
ήταν πάρα πολύ συγκινητική. Όλες οι συναυλίες που κάνουμε οι Έλληνες μουσικοί
στο εξωτερικό και έρχονται συμπατριώτες να μας δουν είναι συγκινητικές.
Δημιουργείται μια δεύτερη μετάβαση, γιατί κάθε συναυλία είναι μια μετάβαση από
την καθημερινότητα σε κάτι άλλο. Το να είσαι, όμως, σε μια ξένη χώρα και να
μιλάς ελληνικά είναι επίσης μια μετάβαση: από την χώρα της ξενιτιάς στη χώρα
του νόστου. Η νοσταλγία, συνεπώς, είναι διπλή. Το ταξίδι, η μικρή οδύσσεια που
δημιουργείται, είναι πιο μεγάλη. Στη Μαδρίτη, λοιπόν, είχαμε ένα υπέροχο μικτό
κοινό: Αφενός, Έλληνες που ένιωθαν τη νοσταλγία τους και ένιωθαν και την όρεξη
να δουν τον «ξάδερφο απ´ το χωριό» που τους φέρνει τα νέα, κι αυτός να ακούσει
τα δικά τους… και, αφετέρου, οι διάφοροι Ισπανοί που είχαν μαζευτεί… και άλλοι
ήξεραν ελληνικά και άλλοι δεν καταλάβαιναν την τύφλα τους! Και τους είπα και το
κωμικό ισπανικό τραγουδάκι μου, το Hijo
de puta… ήταν πολύ ωραία στιγμή. Όλα αυτά τα χρωστάω στη Βίκυ, αυτό το
καταπληκτικό κορίτσι, το οποίο είναι σαν ενσάρκωση όλου αυτού του ονείρου που
σου λέω. Δηλαδή ένας άνθρωπος μόνο, με όπλο του μοναδικό μια γλώσσα, ξανοίγεται
στη Μεσόγειο και ζει μια μικρή οδύσσεια γνωρίζοντας τους άλλους, χωρίς να χάσει
τα δικά του χαρακτηριστικά.
Τώρα
πιστεύω κατάλαβες τι θέλαμε να κάνουμε σαν ομάδα με τους Διπλοπαντρεμένους όταν
ξεκινήσαμε μαζί σου το foidel.gr πριν 19 χρόνια.
Ναι, γι´ αυτό το είπα και δημόσια
ότι αυτό το χρωστάω σε σένα. Είμαστε όλοι χειριστές πολύ μεγαλύτερων δυνάμεων
από αυτές που νομίζουμε, και μια πολύ μεγάλη δύναμή μας είναι η γλώσσα.
Η
μουσική ενώνει όλους τους λαούς του κόσμου γιατί οι ανησυχίες για τη ζωή και τα
πράγματα που μας αφορούν όλους είναι κοινά. Δεν σκέφτεται διαφορετικά ο Ισπανός
από τον Έλληνα. Αυτά που πραγματικά μας αγγίζουν είναι παγκόσμια!
Μα ναι… έτσι είναι! Όλοι τον ίδιο
θάνατο έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Ο Κιούμπρικ στο τέλος του Μπάρι Λίντον έχει αυτό το επίγραμμα: «Τα
πρόσωπα του έργου έζησαν και φιλονίκησαν επί εποχής Γεωργίου Γ′. Καλοί, κακοί,
όμορφοι, άσχημοι, φτωχοί, πλούσιοι. Τώρα είναι όλοι ίσοι». Έτσι είναι…
ερχόμαστε ίσοι και φεύγουμε ίσοι· το ενδιάμεσο είναι που μας φέρνει σε κόντρα.
Ο καλλιτέχνης είναι αυτός που πρέπει να το θυμίζει σε όλους αυτό. Από τα αρχαία
έργα του Αισχύλου, του Ευριπίδη και του Αριστοφάνη μέχρι τον Σαίξπηρ, μέχρι το Μπάρι Λίντον ή την Οδύσσεια του διαστήματος… όλα τα μεγάλα έργα αυτό σου λένε: «Είσαι
ίδιος με το διπλανό σου παιδάκι. Και οι δύο θέλετε να πάτε στο ίδιο φεγγάρι,
και οι δύο μιλάτε κάποια γλώσσα, και οι δύο αρρωσταίνετε…» Αυτό το πράγμα η
τέχνη σού το κάνει τόσο λυτρωτικά επιβεβαιωτικό που γι´ αυτό είσαι πάντα κόντρα
στον απολυταρχικό λόγο, στον ρηχό εθνικιστικό λόγο και στον λόγο της κάθε
δικτατορίας.
Και
στον ολοκληρωτισμό που βιώνουμε αυτήν την περίοδο.
Σε κάθε είδους ολοκληρωτισμό! Και
γι´ αυτό σου λέω πως με μελαγχολεί η αδράνεια και η ομοιογένεια που βλέπω γύρω
μου, γιατί αυτά είναι σημάδια ολοκληρωτικών καθεστώτων. Δεν είναι σημάδια φιλελευθερισμού,
ελεύθερης οικονομίας, αγοράς και ιδεών.
Τι
αποκόμισες από τις μέχρι τώρα παραστάσεις του Threesome στο Κύτταρο;
Αυτό που μας έκανε εντύπωση είναι
ότι δεν αισθανθήκαμε το σύνηθες άγχος που αισθανόμαστε στις πρεμιέρες ή στο
κούρδισμα των διάφορων παραγόντων για να γίνει μια πραγματική παράσταση. Ενώ
έχει τα υλικά που την καθιστούν παράσταση: έχει τις ταινίες του Μάριου
Γαμπιεράκη που προβάλλονται στη σκηνή, έχει το σκηνικό της, έχει τους φωτισμούς
της που είναι πάρα πολύ επιμελημένοι κι έχει πολύ κουρδισμένες βάσεις για τις
ενορχηστρώσεις, πραγματικά αισθάνομαι ότι είμαι στο σπίτι μου, υποδέχομαι
φίλους και κάνουμε κάτι με τους μουσικούς σαν να μη μας βλέπει κανένας, σαν να
αλληλεπιδρούμε εκείνη τη στιγμή εντελώς ελεύθερα. Αυτό φυσικά συμβαίνει πάντα
στο Κύτταρο, γιατί έτσι είναι φτιαγμένος ο χώρος και έτσι είναι και οι άνθρωποι
που το έχουν, στο προκαλούν αυτό. Απ´ την άλλη, με τους συνεργάτες μου υπάρχει
ένας ψυχικός αυτοματισμός. Οι μέχρι τώρα παραστάσεις ήταν τελείως διαφορετικές
μεταξύ τους σε επίπεδο παιξιμάτων και ατμόσφαιρας, αλλά ήμασταν συντονισμένοι
τέλεια με την ουσία της κάθε βραδιάς, κι αυτό είναι πάντα το δύσκολο. Πάντα
αναρωτιέται κανείς: «Φταίει το κοινό ή φταίμε εμείς αν δε συντονιστούμε;». Έχω
την αίσθηση ότι στο Κύτταρο φέτος δε θα υπάρξει ούτε μια βραδιά που θα πω
«σήμερα δεν επικοινωνούμε». Είμαστε τρεις άνθρωποι και συντονιζόμαστε και
κατευθύνουμε την ενέργεια του χώρου προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Συζητώντας
με τον Σωτήρη, μου επιβεβαίωσε ότι το Threesome
δεν έχει τζαζ στοιχεία, όπως συνηθίζεται στα τρίο. Είναι αυτοσχεδιαστικό, με
στοιχεία από το progressive rock του ‘70, από μπάντες όπως οι Emerson Lake and
Palmer και οι King Krimson.
Ακούγαμε με τον Κωστή δίσκους από
σχήματα του ‘70 στο αμάξι όταν ταξιδεύαμε πέρυσι. Όλους αυτούς τους δίσκους με
τα δεκαπεντάλεπτα κομμάτια, με τις φοβερές εξελίξεις, όπως των King Crimson,
που τους αγαπάω ιδιαίτερα. Υπήρχε η διάθεση για κομμάτια με ανάπτυξη, ακόμα και
σε πιο εμπορικά σχήματα όπως οι Beatles και οι Rolling Stones. Ήθελαν να
προσεγγίσουν με τον δικό τους τρόπο τη συμφωνική μουσική: να παίζουν πολύ σιγά
ή πολύ δυνατά και να κάνουν μέρη βασισμένα στη σιωπή. Το Κύτταρο γεννήθηκε
ακριβώς για να φιλοξενήσει και για να υπηρετήσει αυτή τη φιλοσοφία στην Ελλάδα.
Άνοιξε το 1971-72 και τα πρώτα πράγματα που παίχτηκαν εκεί ήταν τα «έπη» των
Socrates και η Μαύρη θάλασσα και ο Μπάλλος του Σαββόπουλου. Είναι πράγματα
ελληνικά, αυτής της λογικής. Με έναν περίεργο τρόπο και χωρίς να μιμηθούμε το
είδος ή να αναπαράγουμε προβληματισμούς εκείνης της συγκεκριμένης εποχής, πολύ
ελεύθερα και όσο το επιτρέπει η δική μου τραγουδοποιία, αναφερόμαστε σ´αυτό
φέτος. Έχει επίσης ενδιαφέρον ότι είναι μια παράσταση που την διαφήμισα
λιγότερο από οποιαδήποτε άλλη. Η αφίσα είναι πολύ απλή με πολύ λίγες
πληροφορίες. Δεν κάναμε έναν ορυμαγδό προβολής με stories και αναρτήσεις στα σόσιαλ.
Αν την πρώτη μέρα παίξεις πολύ ωραία και αληθινά, αυτό θα μαθευτεί. Ε, ενώ η
πρώτη βραδιά έγινε sold out λίγο πριν αρχίσουμε, από το επόμενο πρωί, γέμισαν
οι επόμενες.
Σε
πολλά μέρη της παράστασης δεν παίζεις κιθάρα, και παίζουν μόνο ο Σωτήρης με τον
Κωστή με φοβερό δέσιμο.
Έχουν δημιουργήσει μεταξύ τους μια
γλώσσα σωματική και μια γλώσσα των βλεμμάτων. Ας πούμε, αν άκουγες την Κική του πρώτου Σαββάτου με την Κική του δεύτερου, θα έβλεπες ότι στο
τέλος, χωρίς να το έχουν συνεννοηθεί, είχαν ετοιμάσει κάτι πολύ διαφορετικό,
πάρα πολύ δομημένο και σε τελείως διαφορετικό δρόμο. Το ίδιο κάνουν ρυθμικά και
στο τέλος της Μπαλάντας, όπου κάνουν
έναν συγκεκριμένο αυτοσχεδιασμό, ο οποίος όμως ξεκινάει από κάτι άλλο κάθε
φορά. Δεν είναι ποτέ ο ίδιος.
Αυτό
είναι πολύ καλό για τους μουσικούς, γιατί τις περισσότερες φορές είναι
υποχρεωμένοι να αναπαράγουν το ίδιο μοτίβο. Αυτό προκαλεί το ενδιαφέρον και για
τους ίδιους.
Αυτό είναι που έχει κάνει και τη
σχέση μας δεκαπενταετή. Ούτε εγώ είμαι ένας άνθρωπος που του αρέσει η
επανάληψη. Αν κάνω φέτος την ίδια παράσταση με πέρυσι, νιώθω εγκλωβισμένος και
δεν περνάω ωραία. Δεν είναι όλοι οι μουσικοί έτσι, σε αρκετούς αρέσει να «δένουν
τον γάιδαρό τους»: «Πάμε τώρα δυο-τρία χρόνια, αφού έχει κόσμο». Εγώ
προσπαθούσα κάθε φορά όταν έβλεπα ότι ένα σχήμα ή ένας ήχος, έφτανε σε έναν
κορεσμό, να φύγω προς την αντίθετη κατεύθυνση. Από τον πολυπρόσωπο ΖΥΓΟ, ή το
Γυάλινο του 2008/2009, κάναμε με τον Κατσάνο την παράσταση των 4 ατόμων και των
30 οργάνων στο Μετρό το 2010/2011. Μετά κάναμε κάτι τελείως διαφορετικό στο Καλοριφέρ, και μετά στην Καλλιθέα με τον Λαϊνά. Και αυτό είναι
κάτι τελείως διαφορετικό με την Ταράτσα,
κάτι τελείως διαφορετικό απ´ αυτό που φτιάξαμε με τον Γιαν Βαν. Αυτά τα
πράγματα είναι μέσα στην αληθινή φύση του μουσικού. Με τον Κωστή και τον
Σωτήρη, μπορούμε και κάνουμε κάθε χρόνο κάτι άλλο. Δεν είναι τυχαίοι μουσικοί.
Όποιον και να ρωτήσεις στην Ελλάδα, τους βάζει σε μια πολύ συγκεκριμένη θέση,
ακριβώς γιατί σιχαίνονται την επανάληψη και την στατικότητα.
Για
ποιο λόγο δεν χρησιμοποιείς την κιθάρα σου σε αρκετά μέρη της παράστασης;
Με τον Κωστή πολλές φορές την ώρα
που κάνουμε πρόβα, ξαφνικά ενώ ένα κομμάτι δεν έχει καθόλου κιθάρα, μου λέει:
«Σε αυτά τα δευτερόλεπτα θέλει κιθάρα.» Και παίρνω την κιθάρα και παίζω για
δέκα δευτερόλεπτα, γιατί μας αρέσει να ακούγεται λες και είναι δίσκος. Σε
κάποια κομμάτια κρίνεται απαραίτητη, ενώ σε άλλα καθόλου. Είμαστε απόλυτα
ελεύθεροι ως προς αυτό.
Μεγάλη
έκπληξη είναι η νεότερη εκδοχή του MP3.
Πώς προέκυψε σαν ιδέα;
Ο Πέτρος Νικολάου είναι ένας φίλος
που έρχεται πολλά χρόνια στις παραστάσεις μας και μου έστειλε πέρυσι ένα
μήνυμα: «Κοίτα, έγραψα για πλάκα ένα MP3
του 2025». Με ενθουσίασε, είχε πλάκα και ήταν και πολύ αποκαλυπτικό για όλον
αυτό τον καιρό που πέρασε απ´ το 2003 που γράφτηκε. Έκανα ένα «χτένισμα» και
έβαλα κι ένα σωρό έξτρα δικά μου στοιχεία. Τον ευγνωμονώ γιατί είναι ένα από τα
κομμάτια κλειδιά της βραδιάς.
Μια
ερώτηση από τη Βίκυ: Όταν σου κάνουν μια πρόταση για ένα πρότζεκτ ή μια
συνεργασία, τι είναι αυτό που θα σε κάνει να την αποδεχτείς ή να την
απορρίψεις; Μήπως έχεις την τάση να λες «σε όλους ναι» όπως στο Αταίριαστο;
Κοίτα, έχω μια τάση να τα ζήσω όλα
και να τα ζήσω με όλους τους ανθρώπους που μου φαίνονται ενδιαφέροντες και
συμπαθείς. Υπάρχουν όμως ορισμένοι άνθρωποι με μια σταθερότητα και μια δύναμη
στο βλέμμα τους, στις χειρονομίες τους και στις δεσμεύσεις που τους ζητάς να
έχουν προς εσένα, για να μπορέσεις κι εσύ να είσαι απόλυτα πιστός στη δέσμευσή
σου απέναντι τους, οι οποίοι σε πείθουν ότι όλο αυτό θα προχωρήσει. Γι´ αυτό
υπάρχουν και όλα αυτά τα συμβολικά που βάζουν οι διοργανωτές συναυλιών:
«Θέλουμε αυτό, αυτό, και αυτό να ισχύει.» Δεν είναι μόνο οι αμοιβές. Είναι
ορισμένα πράγματα που χρειαζόμαστε ως εχέγγυα μιας ποιοτικής και σοβαρής
δουλειάς. Όταν ο άλλος άνθρωπος έχει τη δύναμη να τα πραγματοποιήσει στο
επίπεδο που θες, τότε «μπράβο σου, τ´ αξίζεις» που λέει και ο Τσιτσάνης. Θα
έχουμε τον καλό ήχο που θέλουμε; Θα φιλοξενήσεις σοβαρά κάποιους ανθρώπους και
να νιώσουν σαν στο σπίτι τους; Αυτά δεν είναι εύκολα πράγματα, αυτά τα κάνουν
δυνατοί άνθρωποι. Όπως και δεν είναι εύκολο να ανέβεις σε μια σκηνή και να ενώσεις
ένα ετερόκλητο κοινό. Όπως και εμείς δίνουμε κάτι από την ψυχή μας και
ασπρίζουν τα μαλλιά μας για να το καταφέρουμε, έτσι επιλέγουμε και τους
ανθρώπους που αξίζει να συνεργαστούμε όταν μας καλέσουν.
Έκλεισε
ένας μεγάλος κύκλος με την Ταράτσα.
Όταν ξεκινούσες την περσινή Ταράτσα
ήξερες ότι ήταν η τελευταία;
Το ήξερα, γιατί αισθανόμουν μια
κούραση και ότι κλείνει ο κύκλος των συνεργασιών που ονειρευόμουν. Όταν έκανα
την Ταράτσα ονειρευόμουν ένα μεγάλο
«ελάτε να παίξουμε». Ε, τους κάλεσα σχεδόν όλους –όσους πρόλαβα! Αυτό, λοιπόν,
το παιχνίδι ολοκλήρωσε τον κύκλο του. Για μένα, από εδώ και πέρα ήδη θα είχε
σοβαρά στοιχεία επαναληψιμότητας, τουλάχιστον στο επίπεδο των καλεσμένων.
Όσοι
είχαν την τύχη να δουν αυτή την τελευταία Ταράτσα
λένε ότι ήταν η πληρέστερη και καλύτερη που έχει γίνει ποτέ.
Ναι, γιατί η Ταράτσα ως θέαμα, ως ένα τρίωρο μικρό έργο, δεν είχε μόνο στόχο το
παιχνίδι μεταξύ ανθρώπων του ελληνικού τραγουδιού. Είχε κι άλλους στόχους. Είχε
ως στόχο το πώς μπορεί το κάθε σήμερα, η εκάστοτε χυδαία επικαιρότητα, η
εκάστοτε σκληρή πτυχή μας να γίνεται γιορτή, ένα αριστοφανικό πάρτι. Να γίνεται
μια μικρή τελετή κάθαρσης. Πάνω από όλα, αυτό ήταν το κίνητρο. Και γι´ αυτό
ερχόταν στο τέλος ένα αγαπητό πρόσωπο του ελληνικού τραγουδιού, ανατρέποντας
συνήθως και την καθιερωμένη εικόνα του. Γιατί αυτό ακριβώς συμβαίνει στις
γιορτές. Άμα τα έχουμε πει όλα αληθινά, άμα έχουμε μιλήσει για τα πάντα –για τα
πολιτικά, για τη φωτογραφία της κοινωνίας φέτος, για τα ερωτικά μας και πάει
λέγοντας– μετά λέμε και κανένα τραγούδι λυτρωμένοι, καθαροί. Αυτό ήταν όλο το
θέμα. Κι εκεί ακριβώς ήταν η ρίζα της έμπνευσης πίσω από τον Μπάσταρδο γιο, ο οποίος γέννησε και σαν
όνειρο την Ταράτσα. Έλεγα: «Ωραία τα
λέω αυτά στον Μπάσταρδο γιο, αλλά τι
τα ενοποιεί; Τι ενοποιεί τα παιδιά του Ελεύθερου Θεάτρου στο Παγκράτι με το Κι εσύ χτενίζεσαι, με την Όμορφη πόλη του Θεοδωράκη και την Οδό ονείρων του Χατζιδάκι, με το
θεατράκι της Αλίκης και τη Μάντρα του Αττίκ;» Τα ενοποιεί ότι μέσα σε μια κατά
βάση πολύ σκοτεινή πεντηκονταετία του 20ού αιώνα, με κατοχές, πείνες,
εμφυλίους, μετεμφυλιακές περιόδους και δικτατορία, κάποιοι άνθρωποι κάνανε
μικρές φάτνες, μικρές φωτεινές σπηλιές. Γινόντουσαν κριτές και κρινόμενοι, και
όλοι βάζανε «το κεφάλι τους στον πάγκο του χασάπη». Αλλά για χάρη της γιορτής.
Για χάρη του οράματος μιας κοινωνίας όπου όλα τα αντίθετα έχουν γίνει ένα, αλλά
όχι πλαστά. Γιατί υπάρχει πάντα αυτή η παγίδα της εθνικής ενότητας, η οποία
συνήθως είναι πάντα για χάρη του ισχυρού, ο οποίος λέει: «Eλάτε, παιδιά,
ενωθείτε, αλλά να μην έχετε αντιρρήσεις εσείς οι από κάτω». Στην τέχνη δε
συμβαίνει αυτό.
Ειδικά
στη σάτιρα γίνεται η αποκαθήλωση των ισχυρών.
Ναι, στην τέχνη έρχεται η εθνική
ενότητα, αλλά πάντα προς όφελος των από κάτω. Είναι όπως στον Καραγκιόζη ή στα
έργα του Αριστοφάνη. Κάτι αγρότες πάνε και κατακτούν τον ουρανό. Αυτό ήταν
λοιπόν η Ταράτσα. Πώς μπορεί να
εξελιχθεί από εδώ και πέρα; Μόνο θεατρικά, θεωρώ. Και γι´ αυτό θα κάνουμε φέτος
τον Αριστοφάνη. Ως σχόλιο του ελληνικού τραγουδιού, έκλεισε τον κύκλο της.
Έχω
την αίσθηση ότι από την αρχή της σταδιοδρομίας σου όλες οι πρόζες που έκανες
εμφανιζόμενος σε μουσικές σκηνές διακατέχονταν από μια σατιρική διάθεση. Στην
περίπτωση ας πούμε της Υβρεοπομπής
ήταν σαν ένα μικρό σκετς. Φανταζόσουν ποτέ ότι θα έφτανες στο σημείο να είσαι
πάνω στη σκηνή με δικό σου κείμενο;
Τα πράγματα στη ζωή έρχονται πολύ
ανάποδα. Δηλαδή εγώ όταν ήμουν μικρός –πριν πιάσω ακόμα την κιθάρα στα χέρια
μου– άνοιγα τους τόμους με τα έργα του Καραγκιόζη, όπως τα έχει καταγράψει ο
Γιώργος Ιωάννου στις εκδόσεις Ερμής και τα έργα του Αριστοφάνη, όπως τα
μετέφραζε ο Θρασύβουλος Σταύρου. Καθόμουν και τα έπαιζα μόνος μου, βάζοντας στο
μυαλό μου πότε ότι είμαι ο Λογοθετίδης, ο Βέγγος, ο Βουτσάς, πρόσωπα από τις
ελληνικές ταινίες, από τον άλλο θίασο σκιών που βλέπαμε στην τηλεόραση. Επίσης,
έκανα στο σπίτι μου παραστάσεις του Καραγκιόζη όπου ερχόταν όλη η γειτονιά. Ή
θεατρικές παραστάσεις με δικές μου διασκευούλες από γνωστές κωμωδίες ή γνωστούς
μύθους ή γνωστά διηγήματα. Έδινα ρόλους στην αδερφή μου τη Μυρτώ, ή στον
καλύτερο μου φίλο στο σχολείο, τον Γιώργο Κανάκη, ένα τεράστιο κωμικό ταλέντο…
Γενικά, ήταν κάτι το οποίο με απασχολούσε πριν με απασχολήσει η μουσική.
Σε
έτρωγε το πώς θα μπορούσες να στήσεις μια τέτοια παράσταση;
Μου έγινε πολύ ξεκάθαρο στα χρόνια
της κρίσης, και ειδικά όταν έγραψα τον Μπάσταρδο
γιο. Τον έγραψα ένα απόγευμα που ετοίμαζα την Καλλιθέα στο σπίτι μου στην Καλλιθέα το 2013. Ο Γιάννης Πετρίδης
λίγες μέρες πριν το «μαύρο» στην ΕΡΤ είχε καλέσει τον Λουκιανό Κηλαηδόνη στο
στούντιο, μαζί με άλλους ανθρώπους όπως τον Σιδερή Πρίντεζη, και γιόρταζαν τα
30 χρόνια από το πάρτι στη Βουλιαγμένη. Καθώς μιλούσαν, και ενώ όλοι ήμασταν
μέσα στην απόλυτη κρίση κι εγώ ηχογραφούσα ένα δίσκο στο πατρικό μου σπίτι και
μιλούσα για την κατάρρευση της γειτονιάς στην οποία μεγάλωσα, σκεφτόμουν αυτούς
τους ανθρώπους. Σκεφτόμουν τι θίασοι γίνανε από τα υλικά της φτώχειας. Με το
τίποτα τι έκανε ο Κουν με τα παιδιά του στην Κατοχή, τι έκαναν τα παιδιά του
Ελεύθερου Θεάτρου στο Άλσος Παγκρατίου μέσα στη χούντα, τι έκανε ο Σαββόπουλος
στο Κύτταρο, τι έκανε ο Ζαμπέτας στα κουτούκια του, τι έκανε ο Αττίκ με τη
Μάντρα του. Εκείνη την περίοδο έτυχε να
ξεκινήσω ένα μίνι κυκλο με θεατρικές μουσικές. Καθώς δούλευα με τους ηθοποιούς,
άρχισαν όλα αυτά να γίνονται στο μυαλό
μου ένα. Όπως όταν ξεκινούσα μικρός να κάνω δίσκους χωρίς να ξέρω τίποτα γι´
αυτό, έτσι ξεκίνησα πάλι με την ίδια μανία του ερασιτέχνη να προσπαθώ να βρω
ένα όχημα, το οποίο να είναι και ερασιτεχνικό και επαγγελματικό. Και αυτό ήταν
η Ταράτσα. Ήταν ένα θέατρο ενός
άσχετου με το θέατρο, με παιδική αγάπη όμως γι´ αυτό. Δεν ήταν τυχαία η φόρμα
του βαριετέ που υιοθέτησα. Τα βαριετέ έχουν τη δική τους ιστορία στην Ελλάδα,
και διακόπηκαν απότομα κάποια εποχή ενώ μεσουρανούσαν, ενώ όλα τα αθηναϊκά
καλοκαίρια ήταν έτσι. Δεν περίμενα ότι αυτό το πράγμα ακουμπούσε στην αγκαλιά
των ονείρων πολλών ανθρώπων. Αλλά ακουμπούσε τελικά και είχε βάση. Και,
πραγματικά, κάθε χρόνο η Ταράτσα
γινόταν και καλύτερη. Και ο Αλευράς γινόταν καλύτερος και τα κείμενα
γινόντουσαν καλύτερα και οι stand-up comedians γινόντουσαν καλύτεροι και ο
σκηνοθέτης μας γινόταν καλύτερος και η όρεξή μας μεγάλωνε.
Όλοι
πάντως σε αυτή την τελευταία Ταράτσα
σοκαριστήκαμε από την υποκριτική σου ικανότητα.
Μέχρι και εγώ έγινα ηθοποιός.
(γέλια)
Σε
βοήθησαν σε αυτό και τα Νούμερα στην
ΕΡΤ;
Τα Νούμερα, η Ταράτσα και η
μικρή μου θεατρική πορεία με έκαναν να συνυπάρξω με τον κόσμο των ηθοποιών και
να τους καταλάβω. Έπαιξε ρόλο και η σχέση μου με τη γυναίκα μου, τη Βάσω Καβαλιεράτου.
Και συμβαίνει όταν έχεις να αντιμετωπίσεις πραγματικά μεγάλα ταλέντα, όπως ο
Θανάσης Αλευράς, ο Μιχάλης Σαράντης, η Γαλήνη Χατζηπασχάλη, ο Θανάσης Δόβρης…
Επίσης, με την παράσταση 1821 που
κάναμε με τον Δημήτρη Καραντζά, και ξαφνικά βρέθηκα με τον Νίκο Καραθάνο, την
Ελένη Κοκκίδου, τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου… Όλοι αυτοί, και όχι μόνο αυτοί,
είναι μεγέθη, που δεν σε επηρεάζουν μόνον ως μουσικό.
Εσύ
είχες την ραχοκοκαλιά των κειμένων όλων των Ταρατσών,
έτσι δεν είναι;
Ναι, στον μεγαλύτερο βαθμό.
Καθοριστικά συμμετείχε και ο Βύρωνας Θεοδωρόπουλος, όμως. Και τα μεταμόρφωναν
στις πρόβες και οι ηθοποιοί.
Η
διάρθρωση της Ταράτσας δεν είχε
κάποια ροή, αλλά ήταν αυτόνομα μέρη. Πώς το διαμορφώνατε;
Σκεφτόμασταν μαζί με την παράσταση
τρεις-τέσσερις ιδέες οι οποίες είχαν να κάνουν με το εκάστοτε παρόν και με
πολιτιστικές αναφορές που θα γνώριζαν όλοι. Ας πούμε, κάποια στιγμή μας ήρθε ο
χαρακτήρας του «Λευτέρη Παπαδόπουλου». Η γνωστή αθυροστομία του, συνδυαζόμενη
με το κύρος ενός δημοφιλούς, ευαίσθητου, κορυφαίου στιχουργού, δημιουργούσαν
έναν χαρακτήρα που μπορούσε να μιλήσει πάρα πολύ ελεύθερα. Μέσα στη σκηνή αυτός
ο χαρακτήρας σού έλυνε τα χέρια, γιατί δεν ήταν καθόλου πολιτικώς ορθός. Είχε
στοιχεία που δε θα περνούσαν με τίποτα, αν έμπαιναν στο στόμα κάποιου άλλου.
Την πρώτη χρονιά εμφανίστηκε σε ένα νούμερο όπου απαντούσε στο ερώτημα «Τι θα
γινόταν αν είχε social media ο Καζαντζίδης;» Τη δεύτερη χρονιά αποφασίσαμε να
κάνουμε ένα νούμερο στο οποίο μαζί με τον Μίμη Πλέσσα, τον οποίο υποδυόταν ο
Αλευράς, κάνανε κριτική στους νεότερους τροβαδούρους. Την Τρίτη χρονιά μια
φανταστική συνεντευξιακή αντιπαράθεσή του με τη Βίκυ Φλέσσα, και εκεί ξαφνικά
έγινε μια έκρηξη. Ήταν τόσο αστεία η συνύπαρξη αυτή! Απ´ την άλλη, υπήρχε και
το εκάστοτε της κάθε χρονιάς. Τη μια χρονιά βλέπανε όλοι τις Άγριες μέλισσες και μας ήρθε η ιδέα να
κάνουμε ένα νούμερο που να δείχνει έναν σημερινό τύπο να τον τσιμπάει μια
μέλισσα και να πηγαίνει σε ένα χωριό σαν το Διαφάνι του 1950 και να προσπαθεί
να τους μάθει δικαιωματισμό… Ή το Μουσικό
κουτί ή πέρσι στην τελευταία Ταράτσα
κάναμε τον Τράμπ με τον ερχομό της Γκίλφοϊλ στην Ελλάδα. Πολλά από τα νούμερα
που κάναμε, μετά τα βλέπαμε το χειμώνα να συμβαίνουν, ενώ εμείς τα κοροϊδεύαμε
και τα θεωρούσαμε μια ακραία εκδοχή της πραγματικότητας. Συνέβαιναν με τον έναν
ή με τον άλλο τρόπο, αυτά που φανταζόμασταν εμείς ως κωμωδία. Για παράδειγμα,
εμείς κάναμε το νούμερό μας πριν έρθει η Γκίλφοϊλ στην Ελλάδα κι αρχίσουν όλοι
να πηγαίνουν στα μπουζούκια μαζί της.
Είχατε
αρνητικές αντιδράσεις; Όχι από δημοσιογράφους και κριτικούς, αλλά από ανθρώπους
που σατιρίσατε;
Όχι. Ας πούμε ο Λευτέρης
Παπαδόπουλος που λόγω ηλικίας δεν μπορούσε να έρθει να μας δει, με πήρε και
τηλέφωνο, με κάλεσε και σπίτι του και μιλήσαμε πολύ ωραία, ήταν τρυφερότατος,
του άρεσε αυτό που συνέβαινε. Αρνητικά τέτοια ζήσαμε μόνο όταν κάναμε την Ταράτσα του χρόνου στο Σύνταγμα. Όλη η
κίτρινη φιλοκυβερνητική δημοσιογραφία τύπου Πορτοσάλτε ξεσήκωσε κανονικό
πόλεμο. Μέχρι και «Φοίβο Δελη-χαμάς» με βάφτισαν επειδή οι καλεσμένες Νατάσα
Μποφίλιου και Μάρθα Φριντζήλα αποφάσισαν να τραγουδήσουν φορώντας την κεφίγιε,
ως ένα ελάχιστο δείγμα στήριξης στις απίστευτες δολοφονίες χιλιάδων
Παλαιστινίων αμάχων, που ήρθαν ως αντίποινα του Ισραήλ για την τρομοκρατική
επίθεση της Χαμάς της 7ης
Οκτωβρίου του ‘23. Σε ένα σημείο της παράστασης –που ήταν μια σατιρική
αναδρομή στην μεταπολεμική ελλάδα μέσα από τις πρωτοχρονιές της– σατίρισαμε τα
χρόνια του ΠΑΣΟΚ και είπανε –μόνο και μόνο επειδή είδαν τη σημαία του στη σκηνή
ότι μαζί με τον δήμαρχο Αθηναίων, Χάρη Δούκα, ότι κάναμε πολιτική κομματική
εκδήλωση. Πάλι ο Πορτοσάλτε πρωτοστάτησε σ´ αυτό και ακολούθησαν ορισμένα
αντιστοίχως χυδαία πρόσωπα. Δυστυχώς η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με την οποία
συμπορεύτηκε η Ταράτσα στο μεγαλύτερο
μέρος της, δεν έχει καθόλου χιούμορ. Εκδηλώνει σχεδόν τις ίδιες φοβίες με τη
σάτιρα, που είχε η επταετία ή ο Πρόεδρος Σαρτζετάκης αργότερα. Και οι
δημοσιογράφοι που λειτουργούν ως υποστηρικτές της γραμμής της, υποδαυλίζουν την
παράνοιά της. Εμείς και τα δύο πρώτα χρόνια της Ταράτσας σατιρίζαμε τον ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν τότε στην εξουσία, και
αργότερα, από την πρώτη μέρα, σατιρίζαμε τον Μητσοτάκη. Αυτονόητα πράγματα
κάποτε, τώρα, δυστυχώς, όχι.
Η
σάτιρα είναι απέναντι στην εξουσία, όποια κι αν είναι αυτή.
Για μένα αυτός είναι ο ρόλος της.
Είναι σαν να λες: «Άμα είμαι γιατρός, δε θα βάλω τα χέρια μου στο αίμα». Πώς θα
γίνει αυτό; Δε θα λειτουργήσεις ως κριτής αυτών που κυβερνούν; Θα βγεις και θα
κάνεις υμνητικές παραστάσεις για τον όποιο πρωθυπουργό;
Τα
τελευταία δέκα χρόνια έχεις γίνει πολυπράγμων, γράφοντας μουσική για θεατρικές
παραστάσεις, αλλά και για τηλεοπτικές σειρές όπως οι Σέρρες του Γιώργου Καπουτζίδη. Θεωρείς ότι μετασχηματίζεις τον
τρόπο γραφής σου, αφού γράφεις μουσική και για να επενδύσεις κάτι ξένο προς
εσένα πέρα από τη δική σου τραγουδοποιία; Έχει αλλάξει κάτι και σε ποιο βαθμό;
Στους δίσκους μου υπάρχει ενας
κεντρικός μουσικοποιητικός πυρήνας, αλλά έτσι κι αλλιώς και στους δίσκους μου
κυνηγούσα την περιπέτεια. Ειδικά μετά τον Αόρατο
άνθρωπο, χειραφετήθηκα και ως παραγωγός του εαυτού μου. Πάντα ήθελα να
εξερευνήσω κάτι καινούριο και το ίδιο θα συμβεί και στον επόμενο δίσκο. Η άλλη
πλευρά είναι, πάλι, μια παράλληλη περιπέτεια.
Δεν
τη νιώθεις να τέμνεται;
Οι δίσκοι μου είναι ένας
συγκεκριμένος άνθρωπος, ένα συγκεκριμένο ποιητικό υποκείμενο που προχωράει και
εξομολογείται το όνειρό του, την ονειρική του πλευρά, τις ποιητικές του
παρατηρήσεις, τον τρόπο του να ζει κάθε φορά και τον τρόπο του να ελπίζει σε
μια ζωή λίγο καλύτερη από την κάθε εικόνα που βλέπει όταν γράφει. Κι αυτό
συμβαίνει από το 1989 και θα συμβεί και όταν βγει ο επόμενος δίσκος. Έτυχε να
ξεκινήσω σε μια εποχή σχετικά ανιστορική, δηλαδή τη δεκαετία του 1990 και του
2000, και βρέθηκα μετά «χειροπόδαρα» σε μια εποχή ιστορική, θέλοντας και μη. Το
πρόσωπο που περπατάει, είτε βλέπει μπροστά του τη ναϊντίλα και τους Ολυμπιακούς
αγώνες, είτε τον Γρηγορόπουλο, την
Ελλάδα της κρίσης, του ΣΥΡΙΖΑ, την τωρινή του Άδωνι Γεωργιάδη είναι το ίδιο πρόσωπο. Είναι
σαν τους Αγγέλους του Βέντερς. Δεν
είμαι εγώ άγγελος του Βέντερς, αυτός που τραγουδάει είναι πάντα ένας που
μπαίνει στα σπίτια, και κοιτάει, και λέει, και παραστέκεται. Αυτός δεν μπορεί
να αλλάξει, όσο κι αν αλλάζει η εικόνα γύρω του.
Πες
μας για την Ειρήνη του Αριστοφάνη,
που έρχεται στην Επίδαυρο.
Εδώ δεν υπάρχει τόσο για μένα το
«επιδαύριο στοίχημα», όσο το στοίχημα του να κάνω ως Έλληνας μουσικός
Αριστοφάνη σε μια παράδοση που είναι μεγάλη και εμπεριέχει πολλά ταμπού και
πολλές κατακτήσεις, οι οποίες φαντάζουν στο μυαλό μας αξεπέραστες ή μοναδικές.
Αναφέρομαι σε δουλειές όπως του Χατζιδάκι, του Χρήστου, του Θεοδωράκη, του
Λεοντή, του Μικρούτσικου, του Κραουνάκη και βέβαια του Σαββόπουλου, με την
αυτόνομη δουλειά που έκανε –εκτός θεάτρου– πάνω στους Αχαρνής. Δεν επέχουν μόνο τη θέση του κλασικού, αλλά και έχουν
δώσει απαντήσεις από τις οποίες είναι δύσκολο να ξεφύγεις, αφού μιλάμε πάντα
για την ίδια γλώσσα, για τους ίδιους τονισμούς… Προσπαθώντας να αποκτήσεις
επαφή με το αρχαίο κείμενο, να καταλάβεις τι γίνεται εκεί μέσα και να κάνεις
κάτι ενδιαφέρον δικό σου, μοιραία αντιλαμβάνεσαι γιατί ο Χατζιδάκις οδηγήθηκε
στις πολυρρυθμίες. Ή ο Σαββόπουλος σε πολύ παράξενα ακόρντα, και γιατί
χρειάστηκε να μεταφράσει ορισμένα χωρία για να μπορέσει να του βγει μουσικά και
να είναι και στο πνεύμα του πρωτότυπου. Το παρήγορο είναι ότι μπαίνεις σε μια
περιπέτεια που μπήκαν κι άλλοι, και ότι θα τους συναντήσεις ενδεχομένως.
Συνέλαβε ο Νίκος Καραθάνος μια πολύ ωραία εικόνα όταν ο Τρυγαίος, ο ήρωας του
έργου –που στη δική μας εκδοχή είναι Τρυγαία–, κατεβαίνει από τον Όλυμπο στη
γη. Μια εμβόλιμη σκηνή που περνάει μέσα από τις ψυχές, Είναι αυτό ακριβώς που
περνάμε σε μια τέτοια δουλειά: Συναντάμε ψυχές, συναντάμε όλους αυτούς τους
ανθρώπους που έγραψαν, που ανέβασαν, που είδαν τις αντίστοιχες παραστάσεις,
κάτι που συμβαίνει με οτιδήποτε καλλιτεχνικό κι αν κάνεις. Κι ένα τραγούδι να γράψεις,
είναι σαν να περνάνε όλοι οι ραψωδοί και οι τραγουδοποιοί από μέσα σου. Αν
έχεις ανοιχτά μάτια και καρδιά, θα συναντήσεις αρκετούς.
Η
εμπειρία σου στο γράψιμο για τις Ταράτσες
και τα Νούμερα σού έχει δημιουργήσει
έναν λεκτικό κώδικα συγκεκριμένο, έτσι δεν είναι;
Έχω βρει μια μικρή δική μου περιοχή
στο κωμικό γράψιμο, σε αυτά που λες, αλλά και στο 1821-Η επιθεώρηση, που κάναμε με τον υπέροχο Δημήτρη Καραντζά.
Κυρίως, επειδή έχω αποκτήσει με τους ηθοποιούς την ίδια σχέση που έχω με τους
μουσικούς. Όπως όταν κάνω μια ενορχήστρωση έχω στο νου μου τον Χριστοδούλου ή τον Ντούβα,
στο θεατρικό γράψιμο έχω τον Αλευρά ή την Χατζηπασχάλη. Όλο αυτό έχει να κάνει
με το μουσικό αυτί, με το αυτί που αντιλαμβάνεται τη φωνή, τις δυνατότητές της
και το πού μπορεί να φτάσει. Όταν γράφω, σκέφτομαι πάλι ως μουσικός.
Το
μουσικό μέρος της παράστασης πώς το φαντάζεσαι;
Βγαίνει πολύ ελεύθερο και με πολύ
ενδιαφέρουσες λύσεις κάθε φορά. Έχει πολύ πειραματικά στοιχεία, πολύ λυρικά
στοιχεία. Έχει στοιχεία εμπνευσμένα από αυτή τη «διαστημική» μουσική περίοδο
του ‘60 και του ‘70 που σου ανέφερα πριν, αλλά κυρίως με ενδιαφέρει και εδώ
θέλω να δημιουργήσω μια πολύ ωραία μπάντα. Σκεφτόμουν από την αρχή ότι θα έχω
έναν σολίστα και επέλεξα τον τρομπετίστα Ανδρέα Πολυζωγόπουλο, που είναι
σπουδαίος και ιδιοφυής μουσικός. Τώρα συζητάμε για την μπάντα όπου θα είμαστε
έξι άτομα μαζί με τον Άγγελο Τριανταφύλλου, ο οποίος συνθέτει τα ορχηστρικά
μέρη της παράστασης και είναι αναπόσπαστος από τον κόσμο του Καραθάνου, αλλά και
ο θαυμάσιος σκηνοθέτης στις Ταράτσες
μας. Για μένα, εξίσου σημαντική με τη συνάντησή μου με τον κόσμο του Αριστοφάνη
είναι και η συνάντηση μου με τον Καραθάνο. Τον θεωρώ έναν γνήσιο δημιουργό, που
πέρα από το ταλέντο, τις γνώσεις και την αίσθηση του σήμερα και του επείγοντος
που έχει κάθε αληθινός σκηνοθέτης, είναι και ποιητής. Δεν μιλάει για να
επικοινωνήσει, αλλά για να φτιάξει έναν κόσμο απ´την αρχή. Συνέχεια ρουφάει και
τρυγεί από έναν πάρα πολύ συγκεκριμένο κόσμο, από τον κόσμο της ψυχής του, του
πιο βασικού, πρωτόγονου, παιδικού εαυτού του.
Εκείνος
σου το πρότεινε;
Το είχε στο νου του –όπως μου είπε–
από καιρό.
Με
ποιο σκεπτικό;
Ήταν από την αρχή πολύ κοντά στο
εγχείρημα της Ταράτσας. Κάτι ίσως
είδε εκεί. Επίσης, συνεργαστήκαμε πολύ ωραία στο 1821, όπου έπαιζε κι εκείνος. Δεν ξέρετε τι είναι για μένα ένα ταξίδι
στον Αριστοφάνη μαζί του!
Νιώθεις
ότι ένα παιδικό σου όνειρο γίνεται πραγματικότητα με την επικείμενη αυτή
παράσταση;
Η αλήθεια είναι ότι είναι πάνω από
τα όνειρά μου αυτό. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα «κάνω Επίδαυρο». Το ότι θα
βρεθούμε στην Επίδαυρο είναι ένα δώρο καθαρά του Νίκου και κάτι που αξίζει
καθαρά ο Νίκος. Δεν είναι κάτι που έρχεται από οποιαδήποτε δική μου φιλοδοξία.
Όνειρο δικό μου είναι να δουλέψω μαζί του.
Θα
παρουσιάσετε την παράσταση και σε άλλα θέατρα μετά την Επίδαυρο;
Ναι, βέβαια! Μετά την Επίδαυρο θα
γίνει μια πολύ μεγάλη περιοδεία του έργου μέχρι τον Οκτώβριο, σε όλα τα θέατρα
της Ελλάδας που μπορούν να φιλοξενήσουν μια τόσο πολυπρόσωπη παραγωγή. Μόνο οι
επί σκηνής είναι είκοσι δύο άτομα.
Το
κείμενο επιμελήθηκε η διπλοπαντρεμένη Βίκυ Ρούσκα.