έρευνα:


 

συνεντεύξεις

Από την “Ταράτσα” και το “Threesome” μέχρι την “Ειρήνη”


Τον Γενάρη του 2026 η ομάδα του foidel.gr, και πιο συγκεκριμένα ο Λευτέρης Τσουρέας, συνάντησε τον Φοίβο Δεληβοριά δύο φορές και συζήτησε εκτενώς μαζί του για τον απόηχο της Ταράτσας, την τρέχουσα πορεία του Threesome στο Κύτταρο της Αθήνας και ό,τι περιμένουμε να δούμε στην Ειρήνη του Αριστοφάνη αυτό το καλοκαίρι.

Tην περσινή χρονιά έκανες τις περισσότερες εμφανίσεις στη μέχρι τώρα πορεία σου.

Έκανα 69 συναυλίες, συν 18 Ταράτσες, συν 25 συμμετοχές σε συναυλίες φίλων ή συναδέλφων. Έπαιξα συνολικά 100 φορές περίπου.

Πώς το βίωσες; Σε εξουθένωσε;

Ναι, με εξουθένωσε. Έφτασα σε σημείο που όταν τέλειωσε αυτό δεν μπορούσα να σηκώσω το χέρι μου για δυο εβδομάδες. Ήθελα να πηγαίνω μόνο σε πολύ κοντινά καφέ ή όταν μου μιλούσαν οι άλλοι δεν τους καταλάβαινα. Είχα κρασάρει.

Γύρισες σχεδόν ολόκληρη την Ελλάδα, πήγες και στο εξωτερικό, όπως στην Αγγλία και στην Ισπανία. Είδες διαφορετική αντιμετώπιση στα κομμάτια από τον κόσμο; Είδες διαφορετικό κοινό;

Σε γενικές γραμμές το κοινό που έβλεπα μου άφησε πολύ συγκινητικές εντυπώσεις. Είδα ανθρώπους και σε δύσκολες συνθήκες να είναι πολλοί και να έρχονται μέσα στο καταχείμωνο να κατακλύζουν τον χώρο. Και έχουν ένα αίτημα κοινωνικότητας πολύ έντονο και ουσιαστικά πανηγυρικό. Με έναν τρόπο ούτε κάφρικο, ούτε που να αγνοεί το εσωτερικό βίωμα. Ήταν πολύ ενθαρρυντικό, αλλά εκείνο που με έχει προβληματίσει είναι η εικόνα των πόλεων, η γενική κατάθλιψη.

Τι είδες στις πόλεις που επισκέφτηκες;

Είδα μια γενική μιζέρια. Δηλαδή αυτό που βλέπουμε και στο αποτύπωμα του πολιτιστικού προϊόντος πια στην Ελλάδα. Αυτό που τελειώνει ο μήνας και οι άνθρωποι κυνηγάνε ο ένας τον άλλον για το πώς θα πληρώσουνε τα είδη πρώτης ανάγκης στο σουπερμάρκετ. Επίσης, το gentrification (εξευγενισμό), την airbnb-ηση των πόλεων. Αισθάνεσαι ότι σιγά σιγά το πνεύμα των πόλεων τις εγκαταλείπει. Ότι οι θεοί εγκαταλείπουν τον Όλυμπο… ότι ένα τέτοιο πράγμα συμβαίνει. Το αισθάνεσαι πια και για τη Θεσσαλονίκη που ήταν μια πολύ διαφορετική πόλη. Πού τις εντοπίζουμε πια τις διαφορές; Κι εκεί πέρα οι άνθρωποι είναι κλεισμένοι σπίτι τους και βλέπουν Netflix, όπως κι εδώ. Και εκεί υπάρχουν Starbucks, και εδώ υπάρχουν Starbucks. Και εκεί τα μισά σπίτια είναι Airbnb, όπως κι εδώ. Αρχίζει να χάνεται κάτι που το έβλεπα παλιά πολύ ωραία. Δηλαδή πήγαινα στη Θεσσαλονίκη και πραγματικά ήμουν σε ένα άλλο κράτος και με άλλους κανόνες και με άλλους ανθρώπους, τους οποίους λαχταρούσα. Κι αυτό ακόμα συμβαίνει στο επίπεδο των ανθρώπων, δεν το συζητάω. Την ώρα της συναυλίας το αισθάνομαι 100%. Την ώρα που περπατάω στην πόλη αισθάνομαι ότι οι άνθρωποι είναι μελαγχολικοί ή έχουν ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητα) ή κοιτάνε κάπου αλλού, και αυτό φυσικά δεν έχει να κάνει με την πολιτική κατάσταση μόνο. Έχει να κάνει και με την απόλυτη παράδοση σε μία πλέον ιδιόκτητο και φοβερά οχυρωμένο αμπέλι που λέγεται social media. Διάβαζα την εξαιρετική μελέτη που έκανε o Κωνσταντίνος Πουλής στο καταπληκτικό βιβλίο που έβγαλε πρόσφατα για τα social media. Εκεί λέει το πολύ απλό: Τις εφημερίδες τις έβγαλε ο άνθρωπος για περισσότερη δημοκρατία, για να μην περιμένει τον αγγελιοφόρο να του τα πει όπως θέλει αυτός, για να έχει τη δυνατότητα να διαβάζει τρεις διαφορετικές φωνές την ημέρα και να καταλαβαίνει τι συμβαίνει. Το ραδιόφωνο, όπως και η τηλεόραση, βγήκε ως όπλο δημοκρατίας. Περάσαν μερικά χρόνια και φυσικά έγιναν αυτά τα μέσα ελεγχόμενα.

Και ο κυβερνοχώρος με τα sites έτσι ήταν μέχρι την έλευση των social media.

Ακριβώς! Και η αλλαγή στον κυβερνοχώρο έγινε πολύ γρήγορα, σε 10 χρόνια. Στις εφημερίδες μπορεί να πήρε 100 χρόνια για να γίνουν έτσι όπως έγιναν. Ο βαθμός παράδοσης των σύγχρονων κοινωνιών είναι ασύλληπτα μεγάλος πια. Από παιδάκια υπακούει το μυαλό σε μηχανές κανονικού αυτισμού. Υπακούει το μυαλό σε μια εσωτερικότητα, η οποία δε συνοδεύεται από δημιουργικές πράξεις ή από κριτική σκέψη, αλλά από υποταγή στην πρώτη εικόνα που θα σου τύχει. Αυτό βλέπω στις πόλεις που πάω. Ο χάρτης πια αρχίζει να γίνεται ένα χρώμα, αντί να έχει ροζ και πράσινες χώρες, όπως τις βλέπαμε παλιά στην υδρόγειο, και φανταζόμασταν μέρη μαγικά, φυλές και ανθρώπους. Τώρα η γη είναι ένα μέρος κατοικημένο από ανθρώπους, οι οποίοι στις 9 η ώρα θα πάνε όλοι στα σπίτια τους για να δουν μια πλατφόρμα.

Το ένιωσες και στη Μαδρίτη αυτό;

Ναι, σε ένα βαθμό ναι. Καταρχάς, το μνημείο όπου φωτογραφίζονταν οι περισσότεροι ήταν μια τεράστιο άγαλμα του Stranger things ή του Spotify, αντί να πάνε να δουν το άγαλμα του Φραγκίσκου ή το Πράδο, για παράδειγμα. Όχι ότι δεν έχει πλάκα αυτό. Προς Θεού, δε θέλω να δαιμονοποιήσω την ποπ κουλτούρα. Μια χαρά είναι η ποπ κουλτούρα. Αυτό που με στεναχωρεί είναι ότι πια δε βλέπω διαφορές. Οι πόλεις είναι ωραίες όταν αντιπροσωπεύουν κάτι εντελώς διαφορετικό, έναν άλλο αέρα. Όταν ο Γιοκαρίνης έγραφε «στην οθόνη έβλεπα μια μάντρα λιμουζίνες», έβλεπα έναν άλλο κόσμο, λιμουζίνες ξαφνικά! Κι έβγαινα έξω στο Θησείο, «γέρασε η αγάπη μας και μπήκε σε μουσείο»! Αλλά το ότι αυτός ζούσε στο Θησείο που ήταν Θησείο, κι έβλεπε το Λος Άντζελες που ήταν Λος Άντζελες, είχε κάτι ιδιαίτερο. Τώρα και να πάω στο Λος Άντζελες τι το τόσο διαφορετικό θα βρω πέρα από την καλύτερη οργάνωση φυσικά και την ευνομία του; Οι άνθρωποι την ίδια σειρά με μένα την ίδια ώρα δε θα δούνε το βράδυ στο σπίτι τους; Το ίδιο δημιουργικό αδιέξοδο δε ζουν; Την ίδια ανελευθερία δε βιώνουν; Σε ποιο σημείο του χάρτη αυτή τη στιγμή θα βρω την ανάσα εκείνη που έστω για μια εβδομάδα θυμίζει ουτοπία;

Ίσως αυτή η ανάσα βρίσκεται μέσα στις συναυλίες σου, γιατί έρχεσαι σε επαφή με το κοινό προς εσένα.

Την ώρα της τέχνης ακόμα τη νιώθουμε.

Πιστεύεις ότι θα εκλείψει, όπως λέγεται, με την έλευση της τεχνητής νοημοσύνης;

Δεν ξέρω… αυτό δεν μπορώ να το πω. Ξέρω ότι η αύρα των κοινωνιών, οι άχτιστοι χώροι, αυτό το πράγμα το οποίο δίνει αέρα και σου δίνει τη δυνατότητα να ονειρευτείς ένα αύριο λίγο καλύτερο, δείχνει ισοπεδωμένο και στατικό σε όποια πόλη και να πάω.

Θέλουμε να μας πεις για τις δύο φορές που πήγες στην Ισπανία, κατόπιν πρόσκλησης του Κοινωνικο-πολιτιστικού Συλλόγου Φιλελλήνων «Περίπλους» και της Βίκυς Ρούσκα, που είναι η γραμματέας του συλλόγου. Πρώτα βρέθηκες στις 22 Νοεμβρίου στο Ιρούν της Χώρας των Βάσκων, στην 9η Ελληνική Ημερίδα που έλαβε χώρα στο Ρωμαϊκό Μουσείο της κωμόπολης, η οποία ήταν αφιερωμένη στη σύγχρονη ελληνική μουσική με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση των Μ. Χατζιδάκι και Μ. Θεοδωράκη. Κατά δεύτερο λόγο, στις 5 Δεκεμβρίου έδωσες συναυλία στην ισπανική πρωτεύουσα, στη Sala Villanos.

Καταρχάς, θεωρώ ευλογία της ζωής μου και τη γνωριμία μου με τη Βίκυ και τα δύο αυτά δώρα που μου έκανε. Πήγα εκεί και είδα έναν άνθρωπο ο οποίος έχει χτίσει πραγματικά μια μικρή κοινότητα «Ελλήνων» στη Χώρα των Βάσκων, η οποία είναι και κινητή και αναπτύσσεται και έχει και πλοκάμια στην Μαδρίτη. Είναι Ισπανοί οι οποίοι λατρεύουν τα ελληνικά, έχουν μάθει πολύ καλά νέα ελληνικά και τα μιλάνε. Και το έκανε αυτό μια καθηγήτρια γλυκύτατη από τη Θεσσαλονίκη, η οποία βρέθηκε εκεί. Αυτό είναι τόσο phenomenal! Και ειδικά σε έναν λαό που δε μιλάει ξένες γλώσσες. Ούτε στα αγγλικά δεν μπορούν να σε εξυπηρετήσουν γιατί είναι Λατίνοι, έχουν μια πολύ ισχυρή γλώσσα παγκοσμίως και δεν τους νοιάζει. Πάντα αισθανόμουν ότι οι Ισπανοί είναι κοντά μας σε πολλά ζητήματα, αλλά πηγαίνοντας εκεί το κατάλαβα πάρα πολύ έντονα. Αυτοί οι άνθρωποι που ανοίχτηκαν στο να ακούσουν τι είναι ο Βαμβακάρης, ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Τσιτσάνης και όλα τα πρόσωπα στα οποία αναφέρθηκα, ξέρανε που να το «πατήσουν» αυτό. Και δεδομένων των εκλεκτικών συγγενειών, όπως αυτή του Γκάτσου με τον Λόρκα, αισθανόμουν πραγματικά μια πολύ μεγάλη οικειότητα μεταδίδοντάς τους όλα αυτά στις ομιλίες μου στο μουσείο του Ιρούν. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό μουσείο παγκόσμιας εμβέλειας, από τα καλύτερα ρωμαϊκά μουσεία διεθνώς.

Η συναυλία στη Μαδρίτη επίσης ήταν πάρα πολύ συγκινητική. Όλες οι συναυλίες που κάνουμε οι Έλληνες μουσικοί στο εξωτερικό και έρχονται συμπατριώτες να μας δουν είναι συγκινητικές. Δημιουργείται μια δεύτερη μετάβαση, γιατί κάθε συναυλία είναι μια μετάβαση από την καθημερινότητα σε κάτι άλλο. Το να είσαι, όμως, σε μια ξένη χώρα και να μιλάς ελληνικά είναι επίσης μια μετάβαση: από την χώρα της ξενιτιάς στη χώρα του νόστου. Η νοσταλγία, συνεπώς, είναι διπλή. Το ταξίδι, η μικρή οδύσσεια που δημιουργείται, είναι πιο μεγάλη. Στη Μαδρίτη, λοιπόν, είχαμε ένα υπέροχο μικτό κοινό: Αφενός, Έλληνες που ένιωθαν τη νοσταλγία τους και ένιωθαν και την όρεξη να δουν τον «ξάδερφο απ´ το χωριό» που τους φέρνει τα νέα, κι αυτός να ακούσει τα δικά τους… και, αφετέρου, οι διάφοροι Ισπανοί που είχαν μαζευτεί… και άλλοι ήξεραν ελληνικά και άλλοι δεν καταλάβαιναν την τύφλα τους! Και τους είπα και το ισπανικό τραγουδάκι μου, το Hijo de puta ήταν πολύ ωραία στιγμή. Όλα αυτά τα χρωστάω στη Βίκυ, αυτό το καταπληκτικό κορίτσι, το οποίο είναι σαν ενσάρκωση όλου αυτού του ονείρου που σου λέω. Δηλαδή ένας άνθρωπος μόνο, με όπλο του μοναδικό μια γλώσσα, ξανοίγεται στη Μεσόγειο και ζει μια μικρή οδύσσεια.

Τώρα πιστεύω κατάλαβες τι θέλαμε να κάνουμε σαν ομάδα με τους Διπλοπαντρεμένους όταν ξεκινήσαμε μαζί σου το foidel.gr πριν 19 χρόνια.

Ναι, γι´ αυτό το είπα και δημόσια ότι αυτό το χρωστάω σε σένα. Είμαστε όλοι χειριστές πολύ μεγαλύτερων δυνάμεων από αυτές που νομίζουμε, και μια πολύ μεγάλη δύναμή μας είναι η γλώσσα.

Η μουσική ενώνει όλους τους λαούς του κόσμου γιατί οι ανησυχίες για τη ζωή και τα πράγματα που μας αφορούν όλους είναι κοινά. Δεν σκέφτεται διαφορετικά ο Ισπανός από τον Έλληνα. Αυτά που πραγματικά μας αγγίζουν είναι παγκόσμια!

Μα ναι… έτσι είναι! Όλοι τον ίδιο θάνατο έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Ο Κιούμπρικ στο τέλος του Μπάρι Λίντον περιγράφει πολλές έχθρες: «Στην ταινία μας είδαμε μεγάλους εχθρούς, όπως βασιλιάδες που συγκρούονται με λαϊκούς». Και λέει μετά: «Σήμερα όλοι αυτοί είναι ίσοι». Έτσι είναι… ερχόμαστε ίσοι και φεύγουμε ίσοι· το ενδιάμεσο είναι που μας φέρνει σε κόντρα. Ο καλλιτέχνης είναι αυτός που πρέπει να το θυμίζει σε όλους αυτό. Από τα αρχαία έργα του Αισχύλου, του Ευρυπίδη και του Αριστοφάνη μέχρι τον Σαίξπηρ, μέχρι το Μπάρι Λίντον ή το Full metal jacket ή την Οδύσσεια του διαστήματος… όλα τα μεγάλα έργα αυτό σου λένε: «Είσαι ίδιος με το διπλανό σου παιδάκι. Και οι δύο θέλετε να πάτε στο ίδιο φεγγάρι, και οι δύο μιλάτε κάποια γλώσσα, και οι δύο αρρωσταίνετε…» Αυτό το πράγμα η τέχνη σού το κάνει τόσο λυτρωτικά επιβεβαιωτικό που γι´ αυτό είσαι πάντα κόντρα στον απολυταρχικό λόγο, στον ρηχό εθνικιστικό λόγο και στον λόγο της κάθε δικτατορίας.

Και στον ολοκληρωτισμό που βιώνουμε αυτήν την περίοδο.

Σε κάθε είδους ολοκληρωτισμό! Και γι´ αυτό σου λέω πως με μελαγχολεί η αδράνεια και η ομοιογένεια που βλέπω γύρω μου, γιατί αυτά είναι σημάδια ολοκληρωτικών καθεστώτων. Δεν είναι σημάδια ενός υποτίθεται φιλελευθερισμού και μιας ελεύθερης οικονομίας και αγοράς.

Τι αποκόμισες από τις μέχρι τώρα παραστάσεις του Threesome;

Αυτό που μας έκανε εντύπωση είναι ότι δεν αισθανθήκαμε το σύνηθες άγχος που αισθανόμαστε στις πρεμιέρες ή στο κούρδισμα των διάφορων παραγόντων για να γίνει μια πραγματική παράσταση. Ενώ έχει τα υλικά που την καθιστούν παράσταση: έχει τις ταινίες του Μάριου Γαμπιεράκη που προβάλλονται στη σκηνή, έχει το σκηνικό της, έχει τους φωτισμούς της που είναι πάρα πολύ επιμελημένοι κι έχει πολύ κουρδισμένες βάσεις για τις ενορχηστρώσεις. Απ´ την άλλη, πραγματικά αισθάνομαι ότι είμαι στο σπίτι μου, υποδέχομαι φίλους και κάνουμε κάτι με τους μουσικούς σαν να μη μας βλέπει κανένας, σαν να αλληλεπιδρούμε εκείνη τη στιγμή εντελώς ελεύθερα. Αυτό φυσικά συμβαίνει πάντα σε ένα στο Κύτταρο, γιατί έτσι φτιαγμένος ο χώρος και έτσι είναι και οι άνθρωποι που το έχουν, που σ´ το προκαλούν αυτό. Απ´ την άλλη, με τους συνεργάτες μου υπάρχει ένας ψυχικός αυτοματισμός. Οι μέχρι τώρα παραστάσεις ήταν τελείως διαφορετικές μεταξύ τους σε επίπεδο παιξιμάτων και ατμόσφαιρας, αλλά ήμασταν συντονισμένοι τέλεια με την ουσία της κάθε βραδιάς, κι αυτό είναι πάντα το δύσκολο. Πάντα αναρωτιέται κανείς: «Φταίει το κοινό ή φταίμε εμείς αν δε συντονιστούμε;» Έχω την αίσθηση ότι στο Κύτταρο φέτος δε θα υπάρξει ούτε μια βραδιά που θα πω «σήμερα δεν επικοινωνούμε». Είμαστε τρεις άνθρωποι και συντονιζόμαστε και κατευθύνουμε την ενέργεια του χώρου προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.

Συζητώντας με τον Σωτήρη, μου επιβεβαίωσε ότι το Threesome δεν έχει τζαζ στοιχεία, όπως συνηθίζεται στα τρίο. Είναι αυτοσχεδιαστικό, με στοιχεία από το progressive rock του ΄70, από μπάντες όπως οι Emerson Lake and Palmer και οι King Krimson.

Ακούγαμε με τον Κωστή δίσκους από σχήματα του ´70 στο αμάξι όταν ταξιδεύαμε πέρυσι. Όλους αυτούς τους δίσκους με τα δεκαπεντάλεπτα κομμάτια, με τις φοβερές εξελίξεις, όπως τους King Crimson, που τους αγαπάω ιδιαίτερα. Υπήρχε η διάθεση για κομμάτια με ανάπτυξη, ακόμα και σε πιο εμπορικά σχήματα όπως οι Beatles και οι Rolling Stones. Ήθελαν να προσεγγίσουν με τον δικό τους τρόπο τη συμφωνική μουσική: να παίζουν πολύ σιγά ή πολύ δυνατά και να κάνουν μέρη βασισμένα στη σιωπή. Το Κύτταρο γεννήθηκε ακριβώς για να φιλοξενήσει και για να υπηρετήσει αυτή τη φιλοσοφία στην Ελλάδα. Άνοιξε το 1972 και τα πρώτα πράγματα που παίχτηκαν εκεί ήταν τα έπη των Socrates και η Μαύρη θάλασσα και ο Μπάλος του Σαββόπουλου. Είναι πράγματα ελληνικά, αυτής της λογικής. Με έναν περίεργο τρόπο και χωρίς να μιμηθούμε το είδος ή να αναπαράγουμε προβληματισμούς εκείνης της συγκεκριμένης εποχής, πολύ ελεύθερα και όσο το επιτρέπει η δική μου τραγουδοποιία, φτάσαμε εκεί. Έχει επίσης ενδιαφέρον ότι είναι μια παράσταση που την διαφήμισα λιγότερο από οποιαδήποτε άλλη. Η αφίσα είναι πολύ απλή με πολύ λίγες πληροφορίες. Δεν κάναμε έναν ορυμαγδό προβολής με stories και αναρτήσεις στα σόσιαλ, γιατί πιστεύω ότι αυτή η παράσταση θα διαδοθεί από στόμα σε στόμα. Την πρώτη μέρα θα παίξουμε πολύ ωραία και αληθινά, και αυτό θα μαθευτεί. Ενώ η πρώτη βραδιά έγινε sold out την ίδια μέρα, οι επόμενες έγιναν μέρες πριν.

Σε πολλά μέρη της παράστασης δεν παίζεις κιθάρα, και παίζουν μόνο ο Σωτήρης με τον Κωστή με φοβερό δέσιμο.

Έχουν δημιουργήσει μεταξύ τους μια γλώσσα σωματική και μια γλώσσα των βλεμμάτων. Ας πούμε, αν άκουγες την Κική του πρώτου Σαββάτου με την Κική του δεύτερου, θα έβλεπες ότι στο τέλος, χωρίς να το έχουν συνεννοηθεί, είχαν ετοιμάσει κάτι πολύ διαφορετικό, πάρα πολύ δομημένο και σε τελείως διαφορετικό δρόμο. Το ίδιο κάνουν ρυθμικά και στο τέλος της Μπαλάντας, όπου κάνουν έναν συγκεκριμένο αυτοσχεδιασμό, ο οποίος όμως ξεκινάει από κάτι άλλο κάθε φορά. Δεν είναι ποτέ ο ίδιος.

Αυτό είναι πολύ καλό για τους μουσικούς, γιατί τις περισσότερες φορές είναι υποχρεωμένοι να αναπαράγουν το ίδιο μοτίβο. Αυτό προκαλεί το ενδιαφέρον και για τους ίδιους.

Αυτό είναι που έχει κάνει και τη σχέση μας δεκαπενταετή. Ούτε εγώ είμαι ένας άνθρωπος που του αρέσει η επανάληψη. Αν κάνω φέτος την ίδια παράσταση με πέρυσι, νιώθω εγκλωβισμένος και δεν περνάω ωραία. Δεν είναι όλοι οι μουσικοί έτσι, σε αρκετούς αρέσει να δένουν τον γάιδαρο τους: «Πάμε τώρα δυο-τρία χρόνια, αφού έχει κόσμο». Δεν είναι έτσι όμως. Εγώ προσπαθούσα κάθε φορά όταν έβλεπα ότι ένα σχήμα ή ένας ήχος, όπως αυτός του Ζυγού του 2007 για παράδειγμα, έφτανε σε έναν κορεσμό, κάναμε μετά με τον Κατσάνο κάτι τελείως διαφορετικό στο Μετρό. Μετά κάναμε κάτι τελείως διαφορετικό στο Καλοριφέρ, και μετά στην Καλλιθέα με τον Λαϊνά. Και αυτό είναι κάτι τελείως διαφορετικό με την Ταράτσα, κάτι τελείως διαφορετικό με τον Γιαν Βαν. Αυτά τα πράγματα είναι μέσα στην αληθινή φύση του μουσικού. Τα παιδιά αυτά δεν είναι τυχαίοι μουσικοί. Όποιον και να ρωτήσεις στην Ελλάδα, τους βάζει σε μια πολύ συγκεκριμένη θέση, ακριβώς γιατί θα βαριόντουσαν την επανάληψη και την στατικότητα.

Για ποιο λόγο δεν χρησιμοποιείς την κιθάρα σου σε αρκετά μέρη της παράστασης;

Με τον Κωστή πολλές φορές την ώρα που κάνουμε πρόβα, ξαφνικά ενώ ένα κομμάτι δεν έχει καθόλου κιθάρα, μου λέει: «Σε αυτά τα δευτερόλεπτα θέλει κιθάρα.» Και παίρνω την κιθάρα και παίζω για δέκα δευτερόλεπτα, γιατί μας αρέσει να ακούγεται λες και είναι δίσκος. Σε κάποια κομμάτια κρίνεται απαραίτητη, ενώ σε άλλα καθόλου. Είμαστε απόλυτα ελεύθεροι ως προς αυτό.

Μεγάλη έκπληξη είναι η νεότερη εκδοχή του MP3. Πώς προέκυψε σαν ιδέα;

Ο Πέτρος Νικολάου είναι ένας φίλος που έρχεται πολλά χρόνια στις παραστάσεις μας και μου έστειλε πέρυσι ένα μήνυμα: «Κοίτα, έγραψα για πλάκα ένα MP3 του 2025». Όταν κλείσαμε τις παραστάσεις για το Κύτταρο, σκέφτηκα μήπως να το δω πάλι και να το φτιάξουμε. Ήδη το 2026 είχαν αλλάξει πολλά, οπότε έπρεπε να τα συμπεριλάβω και αυτά. Έκανα ένα «χτένισμα» και έβαλα και αρκετά δικά μου στοιχεία. Τον ευγνωμονώ γιατί είναι ένα από τα κομμάτια κλειδιά της βραδιάς.

Μια ερώτηση από τη Βίκυ: Όταν σου κάνουν μια πρόταση για ένα πρότζεκτ ή μια συνεργασία, τι είναι αυτό που θα σε κάνει να την αποδεχτείς ή να την απορρίψεις; Μήπως έχεις την τάση να λες «σε όλους ναι» όπως στο Αταίριαστο;

Κοίτα, φυσικά και έχω μια τάση να τα ζήσω όλα και να τα ζήσω με όλους τους ανθρώπους που μου φαίνονται γλυκείς και συμπαθείς. Υπάρχουν όμως ορισμένοι άνθρωποι με μια σταθερότητα και μια δύναμη στο βλέμμα τους, στις χειρονομίες τους και στις δεσμεύσεις που τους ζητάς να έχουν προς εσένα, για να μπορέσεις κι εσύ να είσαι απόλυτα πιστός στη δέσμευσή σου απέναντι τους, οι οποίοι σε πείθουν ότι όλο αυτό θα προχωρήσει. Το ίδιο συμβαίνει και στη ζωή. Στη ζωή γνωρίζουμε πολλά ερωτικά πρόσωπα. Δεν υπάρχουν όμως κάποια ερωτικά πρόσωπα με τα οποία ξέρουμε ότι μπορούμε να ζήσουμε μαζί; Μπορούμε πιο εύκολα να αναλάβουμε τη δέσμευση απέναντι τους, γιατί μπορούν και αυτά να μας το εμπνεύσουν. Γι´ αυτό υπάρχουν και όλα αυτά τα συμβολικά που βάζουν οι διοργανωτές συναυλιών: «Θέλουμε αυτό, αυτό, και αυτό να ισχύει.» Δεν είναι μόνο οι αμοιβές. Είναι ορισμένα πράγματα που χρειαζόμαστε ως εχέγγυα μιας ποιοτικής και σοβαρής δουλειάς. Όταν ο άλλος άνθρωπος έχει τη δύναμη να τα πραγματοποιήσει στο επίπεδο που θες, τότε «μπράβο σου, τ´ αξίζεις» που λέει και ο Τσιτσάνης. Θα έχουμε τον καλό ήχο που θέλουμε; Θα φιλοξενήσεις σοβαρά κάποιους ανθρώπους και να νιώσουν σαν στο σπίτι τους; Αυτά δεν είναι εύκολα πράγματα, αυτά τα κάνουν δυνατοί άνθρωποι. Όπως και δεν είναι εύκολο να ανέβεις σε μια σκηνή και να ενώσεις ένα κοινό και να φύγουν μερικοί άνθρωποι χαρούμενοι. Όπως και εμείς πατάμε έναν κόπο, δίνουμε κάτι από την ψυχή μας και ασπρίζουν τα μαλλιά μας για να το καταφέρουμε, έτσι επιλέγουμε και τους ανθρώπους που αξίζει να συνεργαστούμε όταν μας καλέσουν.

Έκλεισε ένας μεγάλος κύκλος με την Ταράτσα. Όταν ξεκινούσες την περσινή Ταράτσα ήξερες ότι ήταν η τελευταία;

Το ήξερα, γιατί αισθανόμουν μια κούραση και ότι κλείνει ο κύκλος των συνεργασιών που ονειρευόμουν. Αν η Ταράτσα μεταξύ άλλων ήταν ένα πράγμα που έλεγε «Ελάτε να παίξουμε», ήταν για τους ανθρώπους που έλεγα να παίξουμε. Εκτός βέβαια από μερικές εξαιρέσεις, óπου άλλος δεν μπορούσε, άλλος δεν αισθανόταν καλά ή άλλον δεν τον προλάβαμε. Όταν έκανα την Ταράτσα ονειρευόμουν φυσικά τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Τζιμάκο Πανούση και μέχρι και τον Στάθη Ψάλτη. Υπήρχαν πρόσωπα τα οποία ήταν μέσα στο παιχνίδι που ονειρευόμουν, αλλά δεν πρόλαβα να τα ζήσω. Για παράδειγμα, όταν καλέσαμε τον Θάνο Μικρούτσικο ήταν πολύ άρρωστος. Από την άλλη, και εφτά χρόνια μετά, όποιο νέο πρόσωπο εμφανίστηκε και λίγο πολύ είχε ενδιαφέρον, το κάλεσα και είτε ήρθε, είτε δεν ήρθε. Τους κάλεσα όλους! Αυτό, λοιπόν, το παιχνίδι ολοκλήρωσε τον κύκλο του. Για μένα, από εδώ και πέρα ήδη θα είχε σοβαρά στοιχεία επαναληψιμότητας, τουλάχιστον στο επίπεδο των καλεσμένων.

Όσοι είχαν την τύχη να δουν αυτή την τελευταία Ταράτσα λένε ότι ήταν η πληρέστερη και καλύτερη που έχει γίνει ποτέ.

Ναι, γιατί η Ταράτσα ως θέαμα, ως ένα τρίωρο μικρό έργο, δεν είχε μόνο στόχο το παιχνίδι μεταξύ ανθρώπων του ελληνικού τραγουδιού. Είχε κι άλλους στόχους. Είχε ως στόχο το πώς μπορεί το κάθε σήμερα, η εκάστοτε χυδαία επικαιρότητα, η εκάστοτε σκληρή πτυχή μας να γίνεται γιορτή, ένα αριστοφανικό πάρτι. Να γίνεται μια μικρή τελετή κάθαρσης. Πάνω από όλα, αυτό ήταν το κίνητρο. Και γι´ αυτό ερχόταν στο τέλος ένα αγαπητό πρόσωπο του ελληνικού τραγουδιού, ανατρέποντας συνήθως και την καθιερωμένη εικόνα του. Γιατί αυτό ακριβώς συμβαίνει στις γιορτές. Άμα τα έχουμε πει όλα αληθινά, άμα έχουμε μιλήσει για τα πάντα –για τα πολιτικά, για τη φωτογραφία της κοινωνίας φέτος, για τα ερωτικά μας και πάει λέγοντας– μετά λέμε και κανένα τραγούδι λυτρωμένοι, καθαροί. Αυτό ήταν όλο το θέμα. Κι εκεί ακριβώς ήταν η ρίζα της έμπνευσης πίσω από τον Μπάσταρδο γιο, ο οποίος γέννησε και σαν όνειρο την Ταράτσα. Έλεγα: «Ωραία τα λέω αυτά στον Μπάσταρδο γιο, αλλά τι τα ενοποιεί; Τι ενοποιεί τα παιδιά του Ελεύθερου Θεάτρου στο Παγκράτι με το Κι εσύ χτενίζεσαι, με την Όμορφη πόλη του Θεοδωράκη και την Οδό ονείρων του Χατζιδάκι, με το θεατράκι της Αλίκης και τη Μάντρα του Αττίκ;» Τα ενοποιεί ότι μέσα σε μια κατά βάση πολύ σκοτεινή πεντηκονταετία του 20ού αιώνα, με κατοχές, πείνες, εμφυλίους, μετεμφυλιακές περιόδους και δικτατορία, κάποιοι άνθρωποι κάνανε μικρές φάτνες, μικρές αριστοφανικές γιορτές. Δηλαδή έπαυε από πάνω τους να φεύγει η όποια καθεστωτική ή αντικαθεστωτική φιλοδοξία και γινόντουσαν κριτές και κρινόμενοι και όλοι βάζανε «το κεφάλι τους στον πάγκο του χασάπη», όπως έλεγε και ο Σαββόπουλος στους Αχαρνής. Αλλά για χάρη της γιορτής. Για χάρη του οράματος μιας κοινωνίας όπου όλα τα αντίθετα έχουν γίνει ένα, αλλά όχι πλαστά. Γιατί υπάρχει πάντα αυτή η παγίδα της εθνικής ενότητας, η οποία συνήθως είναι πάντα για χάρη του ισχυρού, ο οποίος λέει: «Eλάτε, παιδιά, ενωθείτε, αλλά να μην έχετε αντιρρήσεις εσείς οι από κάτω». Στην τέχνη δε συμβαίνει αυτό.

Ειδικά στη σάτιρα γίνεται η αποκαθήλωση των ισχυρών.

Ναι, στην τέχνη έρχεται η εθνική ενότητα, αλλά πάντα προς όφελος των από κάτω. Είναι όπως στον Καραγκιόζη ή στα έργα του Αριστοφάνη. Κάτι αγρότες πάνε και κατακτούν τον ουρανό. Αυτό ήταν λοιπόν η Ταράτσα. Πώς μπορεί να εξελιχθεί από εδώ και πέρα; Μόνο θεατρικά, θεωρώ. Και γι´ αυτό θα κάνουμε φέτος τον Αριστοφάνη. Ως σχόλιο του ελληνικού τραγουδιού, έκλεισε τον κύκλο της.

Έχω την αίσθηση ότι από την αρχή της σταδιοδρομίας σου όλες οι πρόζες που έκανες εμφανιζόμενος σε μουσικές σκηνές διακατέχονταν από μια σατιρική διάθεση. Στην περίπτωση ας πούμε της Υβρεοπομπής ήταν σαν ένα μικρό σκετς. Φανταζόσουν ποτέ ότι θα έφτανες στο σημείο να είσαι πάνω στη σκηνή με δικό σου κείμενο;

Τα πράγματα στη ζωή έρχονται πολύ ανάποδα. Δηλαδή εγώ όταν ήμουν μικρός –πριν πιάσω ακόμα την κιθάρα στα χέρια μου– άνοιγα τους τόμους με τα έργα του Καραγκιόζη, όπως τα έχει καταγράψει ο Γιώργος Ιωάννου στις εκδόσεις Ερμής και τα έργα του Αριστοφάνη, όπως τα μετέφραζε ο Θρασύβουλος Σταύρου. Καθόμουν και τα έπαιζα μόνος μου, βάζοντας στο μυαλό μου πότε ότι είμαι ο Βέγγος και πότε ο Βουτσάς, πρόσωπα από τις ελληνικές ταινίες, από τον άλλο θίασο σκιών που βλέπαμε στην τηλεόραση. Επίσης, έκανα στο σπίτι μου παραστάσεις του Καραγκιόζη όπου ερχόταν όλη η γειτονιά ή θεατρικές παραστάσεις με δικές μου διασκευούλες από γνωστές κωμωδίες ή γνωστούς μύθους ή γνωστά διηγήματα. Έδινα ρόλους στην αδερφή μου τη Μυρτώ, στον συμμαθητή μου τον Κανάκη που ήταν τεράστιο κωμικό ταλέντο… Γενικά, ήταν κάτι το οποίο με απασχολούσε πριν με απασχολήσει η μουσική. Η μουσική ήρθε μετά, λειτουργώντας ενοποιητικά ως προς τις ελλείψεις και κάνοντάς τες εφικτές. Είχα τον φόρτο του σχολείου, των φροντιστηρίων και δεν μπορούσα να ανεβάζω παραστάσεις, αλλά ανέβαζα μια μικρή παράσταση μόνος μου μέσα σε ένα τραγούδι, έστηνα μια μικρή σκηνοθεσία. Οπότε, όταν άρχισα να παίζω ζωντανά, αυτή η μικρή ικανότητα του να μαζεύω τους άλλους γύρω και να μπορώ να στήσω μια μικρή αφήγηση με βοήθησε πολύ. Με βοηθούσε να ξεπερνάω το άγχος μου. Μετά, πράγματι, για αρκετά χρόνια μου αρκούσε αυτό. Μου αρκούσε να στήνω τις μουσικές μου παραστάσεις με μικρά stand-up bits, με πολύ μικρές θεατρικές νύξεις και πρόζες, και έτσι να παρουσιάζω τον κόσμο μου.

Σε έτρωγε το πώς θα μπορούσες να στήσεις μια τέτοια παράσταση;

Μου έγινε πολύ ξεκάθαρο στα χρόνια της κρίσης, και ειδικά όταν έγραψα τον Μπάσταρδο γιο. Τον έγραψα ένα απόγευμα που ετοίμαζα την Καλλιθέα στο σπίτι μου στην Καλλιθέα το 2013. Ο Γιάννης Πετρίδης λίγες μέρες πριν το «μαύρο» στην ΕΡΤ είχε καλέσει τον Λουκιανό Κηλαηδόνη στο στούντιο, μαζί με άλλους ανθρώπους όπως τον Σιδερή Πρίντεζη, και γιόρταζαν τα 30 χρόνια από το πάρτι στη Βουλιαγμένη. Καθώς μιλούσαμε, και ενώ όλοι ήμασταν μέσα στην απόλυτη κρίση κι εγώ ηχογραφούσα ένα δίσκο στο πατρικό μου σπίτι και μιλούσα για την κατάρρευση του επί της ουσίας και για την κατάρρευση της γειτονιάς στην οποία μεγάλωσα, σκεφτόμουν αυτούς τους ανθρώπους. Σκεφτόμουν τι θίασοι γίνανε από τα υλικά της φτώχειας. Με το τίποτα τι έκανε ο Κουν με τα παιδιά του στην Κατοχή, τι έκαναν τα παιδιά του Ελεύθερου Θεάτρου στο Άλσος Παγκρατίου μέσα στη χούντα, τι έκανε ο Σαββόπουλος στο Κύτταρο, τι έκανε ο Ζαμπέτας στα κουτούκια του, τι έκανε ο Αττίκ με τη Μάντρα του. Είπα ότι η τέχνη της κρίσης είναι πάλι αυτό: ερασιτέχνες όπως εγώ, που θα ανοίξουνε θιάσους. Εκείνη την περίοδο έτυχε να ξεκινήσω μια μίνι σταδιοδρομία ως συνθέτης θεατρικών μουσικών. Με πήρε η Συντεχνία του γέλιου για τα παιδικά τραγούδια, με πήρε ο Βασίλης Μαυρογεωργίου, με πήρε ο Μπέζος… Με κάλεσαν διάφοροι άνθρωποι για να δουλέψουμε παρέα και άρχισαν όλα αυτά να γίνονται ένα. Όπως όταν ξεκινούσα μικρός να κάνω δίσκους χωρίς να ξέρω τίποτα γι´ αυτό, έτσι ξεκίνησα πάλι με την ίδια μανία του ερασιτέχνη να προσπαθώ να βρω ένα όχημα, το οποίο να είναι και ερασιτεχνικό και επαγγελματικό. Και αυτό ήταν η Ταράτσα. Ήταν ένα θέατρο ενός άσχετου με το θέατρο, ο οποίος ήθελε να κάνει θέατρο. Πιο συγκεκριμένα, ένα μικτό είδος θεάματος, κάτι σαν βαριετέ. Τα βαριετέ έχουν τη δική τους ιστορία στην Ελλάδα, και διακόπηκαν απότομα κάποια εποχή ενώ μεσουρανούσαν, ενώ όλα τα αθηναϊκά καλοκαίρια ήταν έτσι. Ήταν κάτι που έλεγες «Γιατί να συμβαίνει αυτό; Να το ψάξουμε.» Δεν περίμενα ότι αυτό το πράγμα ακουμπούσε στην αγκαλιά των ονείρων πολλών ανθρώπων. Αλλά ακουμπούσε τελικά και είχε βάση. Και, πραγματικά, κάθε χρόνο η Ταράτσα γινόταν και καλύτερη, με μια πιθανότητα κάποια χρονιά να ήταν πιο αδύναμη από τις άλλες. Σε γενικές γραμμές και ο Αλευράς γινόταν καλύτερος και τα κείμενα γινόντουσαν καλύτερα και οι stand-up comedians γινόντουσαν καλύτεροι και ο σκηνοθέτης μας γινόταν καλύτερος και η όρεξή μας μεγάλωνε.

Όλοι πάντως σε αυτή την τελευταία Ταράτσα σοκαριστήκαμε από την υποκριτική σου ικανότητα.

Μέχρι και εγώ έγινα ηθοποιός. (γέλια)

Σε βοήθησαν σε αυτό και τα Νούμερα στην ΕΡΤ;

Τα Νούμερα, η Ταράτσα και η μικρή μου θεατρική πορεία με έκαναν να συνυπάρξω με τον κόσμο των ηθοποιών και να τους καταλάβω. Έπαιξε ρόλο και η σχέση μου με τη γυναίκα μου, τη Βάσω Καβαλιεράτου, που είναι ηθοποιός. Και συμβαίνει όταν έχεις να αντιμετωπίσεις πραγματικά μεγάλα ταλέντα, όπως ο Θανάσης Αλευράς, ο Μιχάλης Σαράντης, η Γαλήνη Χατζηπασχάλη, ο Θανάσης Δόβρης… Επίσης, με την παράσταση 1821 που κάναμε με τον Δημήτρη Καραντζά, και ξαφνικά βρέθηκα με τον Νίκο Καραθάνο, την Ελένη Κοκκίδου, τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου… Όλοι αυτοί, και όχι μόνο αυτοί, είναι μεγέθη. Θα βάλεις τα δυνατά σου όταν θα έρθει η σειρά σου να παίξεις ένα ρολάκι πλάι σε αυτούς. Θα σε ανεβάσουν και αυτοί, όπως θεωρώ ότι κι εγώ τους ανέβαζα όταν τους έδινα κάτι ως συνθέτης ή στιχουργός, ή ως κειμενογράφος όταν τους έδινα μια ιδέα.

Εσύ είχες την ραχοκοκαλιά των κειμένων όλων των Ταρατσών, έτσι δεν είναι;

Ναι, κατά 95%.

Η διάρθρωση της Ταράτσας δεν είχε κάποια ροή, αλλά ήταν αυτόνομα μέρη. Πώς το διαμορφώνατε;

Σκεφτόμασταν μαζί με την παράσταση τρεις-τέσσερις ιδέες οι οποίες είχαν να κάνουν με το εκάστοτε παρόν και με πολιτιστικές αναφορές που θα γνώριζαν όλοι. Ας πούμε, κάποια στιγμή μας ήρθε η ιδέα του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Η γνωστή αθυροστομία του, συνδυαζόμενη με το κύρος ενός δημοφιλούς, ευαίσθητου και καλού στιχουργού, δημιουργούσαν έναν χαρακτήρα που μπορούσε να μιλήσει πάρα πολύ ελεύθερα. Μέσα στη σκηνή αυτός ο χαρακτήρας σού έλυνε τα χέρια, γιατί δεν ήταν καθόλου πολιτικώς ορθός. Είχε στοιχεία που δε θα περνούσαν με τίποτα σε μια σημερινή κοινωνία. Την πρώτη χρονιά εμφανίστηκε σε ένα νούμερο όπου απαντούσε στο ερώτημα «Τι θα γινόταν αν είχε social media ο Καζαντζίδης;» Οπότε εκεί έκανε την εμφάνιση του ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και είχε πάει πάρα πολύ καλά. Τη δεύτερη χρονιά αποφασίσαμε να κάνουμε ένα νούμερο στο οποίο μαζί με τον Μίμη Πλέσσα, τον οποίο υποδυόταν ο Αλευράς, θα κάνανε κριτική στους νεότερους τροβαδούρους. Ήταν ένα νούμερο για το πώς γράφανε αυτοί και πώς γράφουν οι νεότεροι, και κάναμε ένα σχόλιο πάνω στα χάσματα των γενεών. Το τρίτο, που αποδείχτηκε και καθοριστικό, έθεσε το ερώτημα «Ποιον να βάλουμε δίπλα στον Λευτέρη Παπαδόπουλο»; Και βάλαμε τη Βίκυ Φλέσσα, και εκεί ξαφνικά έγινε μια έκρηξη. Ήταν τόσο αστεία η συνύπαρξη αυτή και τόσο ενδιαφέρουσα! Απ´ την άλλη, υπήρχε και το εκάστοτε της κάθε χρονιάς. Τη μια χρονιά βλέπανε όλοι τις Άγριες μέλισσες και μας ήρθε η ιδέα να κάνουμε ένα νούμερο που να δείχνει έναν σημερινό τύπο να τον τσιμπάει μια μέλισσα και να πηγαίνει σε ένα χωριό σαν το Διαφάνι του 1950 και να προσπαθεί να τους μάθει δικαιωματισμό… Ή το Μουσικό κουτί ή πέρσι στην τελευταία Ταράτσα κάναμε τον Τράμπ με τον ερχομό της Γκίλφοϊλ στην Ελλάδα. Όλα αυτά που κάναμε είχαν μια μικρή κωμική προφητική ικανότητα. Πολλά από τα νούμερα που κάναμε, μετά τα βλέπαμε το χειμώνα να συμβαίνουν, ενώ εμείς τα κοροϊδεύαμε και τα θεωρούσαμε μια ακραία εκδοχή της πραγματικότητας. Συνέβαιναν με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Για παράδειγμα, εμείς κάναμε το νούμερό μας πριν έρθει η Γκίλφοϊλ στην Ελλάδα κι αρχίσουν όλοι να πηγαίνουν στα μπουζούκια μαζί της.

Είχατε αρνητικές αντιδράσεις; Όχι από δημοσιογράφους και κριτικούς, αλλά από ανθρώπους που σατιρίσατε;

Όχι. Ας πούμε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος που λόγω ηλικίας δεν μπορούσε να έρθει να μας δει, με πήρε και τηλέφωνο, με κάλεσε και σπίτι του και μιλήσαμε πολύ ωραία. Τέτοια πράγματα τα είδαμε να γίνονται, και με πολύ χυδαίο τρόπο, στα Νούμερα ή όταν κάναμε την Ταράτσα του χρόνου στο Σύνταγμα. Οι οπαδοί του Πορτοσάλτε με είπανε «Φοίβο Δελη-χαμάς», επειδή υπήρχαν παλαιστινιακές σημαίες στο κοινό και επειδή η Νατάσα Μποφίλιου και η Μάρθα Φριντζήλα φόρεσαν την κεφίγιε. Η Μάρθα επίσης σατίριζε τα χρόνια του ΠΑΣΟΚ και είπανε ότι μαζί με τον δήμαρχο Αθηναίων, Χάρη Δούκα, είμαστε κομματικοποιημένοι. Κλασικοί ηλίθιοι. Δυστυχώς η κυβέρνηση του Μητσοτάκη, με την οποία συμπορεύτηκε η Ταράτσα στο μεγαλύτερο μέρος της, δεν έχει καθόλου χιούμορ. Εκδηλώνει σχεδόν τις ίδιες φοβίες με τη σάτιρα όπως παρατηρούμε κατά την επταετία της χούντας. Δε λέω ότι μας λογοκρίνανε, αλλά το πολέμησαν με πάρα πολύ γελοίους και ανόητους τρόπους. Αλλά είχε και ένα καλό αυτό: ότι δεν ήρθε ποτέ κανείς τους να μας δει. Προτιμώ να απουσιάζουν οι πολιτικοί, γιατί έτσι μείναμε καθαροί από την εξουσία. Σε πάρα πολλούς και σπουδαίους ανθρώπους, αναγκαστικά, με τα χρόνια, πήγαιναν πολιτικοί, οι οποίοι κάνανε το κομμάτι τους δίπλα τους. Εμάς, ποτέ κανείς. Γιατί και τα δύο πρώτα χρόνια της Ταράτσας σατιρίζαμε τον ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν τότε στην εξουσία, και αργότερα, από την πρώτη μέρα, σατιρίζαμε τον Μητσοτάκη.

Η σάτιρα είναι απέναντι στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή.

Για μένα αυτός είναι ο ρόλος της. Είναι σαν να λες: «Άμα είμαι γιατρός, δε θα βάλω τα χέρια μου στο αίμα». Πώς δε θα γίνει αυτό; Δε θα λειτουργήσεις ως κριτής αυτών που κυβερνούν; Θα βγεις και θα κάνεις υμνητικά τραγούδια για τον όποιο πρωθυπουργό;

Έχοντας στήσει την Ταράτσα και τα Νούμερα, το επόμενο στάδιο είναι να ετοιμάσεις κάτι θεατρικό;

Ναι, θα παρουσιάσουμε την Ειρήνη του Αριστοφάνη το καλοκαίρι. Η Ταράτσα αυτή τη στιγμή είναι μια παρέα που έχει κατακτήσει μια αγάπη μεταξύ των μελών της και ένα κοινό καλλιτεχνικό όραμα. Έκανε «παντρειές» και «κουμπαριές» και πάρτι με τους ενδιαφέροντες για εμάς καλλιτέχνες, από όσους προλάβαμε βέβαια. Τι είναι ζωντανό από την Ταράτσα σήμερα και δεν έχει τελειώσει; Υπάρχει ένα χιούμορ παρέας, ένα ποιητικό αίτημα παρέας και ένας μικρός θεατρικός κώδικας που δημιουργήσαμε. Θέλουμε να δοκιμάσουμε αν μπορεί να αντέξει και σε κάτι άλλο, πιο φιλόδοξο ή σε κάτι το οποίο έχει ψηλότερο ταβάνι απαιτήσεων από εμάς. Μπορεί να το καταφέρουμε, μπορεί και όχι.

Τα τελευταία δέκα χρόνια έχεις γίνει πολυπράγμων, γράφοντας μουσική για θεατρικές παραστάσεις, αλλά και για τηλεοπτικές σειρές όπως οι Σέρρες του Γιώργου Καπουτζίδη. Θεωρείς ότι μετασχηματίζεις τον τρόπο γραφής σου, αφού γράφεις μουσική και για να επενδύσεις κάτι ξένο προς εσένα πέρα από τη δική σου τραγουδοποιία; Έχει αλλάξει κάτι και σε ποιο βαθμό;

Στους δίσκους μου υπάρχει ενας κεντρικός μουσικοποιητικός πυρήνας, αλλά έτσι κι αλλιώς και στους δίσκους μου κυνηγούσα την περιπέτεια. Ειδικά μετά τον Αόρατο άνθρωπο, χειραφετήθηκα και ως παραγωγός του εαυτού μου. Πάντα ήθελα να εξερευνήσω κάτι καινούριο και το ίδιο θα συμβεί και στον επόμενο δίσκο. Η άλλη πλευρά είναι, πάλι, μια παράλληλη περιπέτεια.

Δεν τη νιώθεις να τέμνεται;

Σίγουρα και τα τραγούδια που γράφω για το θέατρο έχουν έναν κοινό ποιητικό και μουσικό πυρήνα με τον υπόλοιπο εαυτό μου. Από την άλλη, αν αντιπαραβάλλουμε ένα ολόκληρο αριστοφανικό έργο με έναν δίσκο, τότε αυτός είναι η παράβαση μέσα στο έργο. Είναι εκεί που ο Αριστοφάνης βάζει τον χορό να μιλήσει για τον εαυτό του. Εμένα οι δίσκοι μου είναι αυτό. Είναι ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, ένα συγκεκριμένο ποιητικό υποκείμενο που προχωράει και εξομολογείται το όνειρό του, την ονειρική του πλευρά, τις ποιητικές του παρατηρήσεις, τον τρόπο του να ζει κάθε φορά και τον τρόπο του να ελπίζει σε μια ζωή λίγο καλύτερη από την κάθε εικόνα που βλέπει όταν γράφει. Κι αυτό συμβαίνει από το 1989 και θα συμβεί και όταν βγει ο επόμενος δίσκος. Έτυχε να ξεκινήσω σε μια εποχή σχετικά ανιστορική, δηλαδή τη δεκαετία του 1990 και του 2000, και βρέθηκα μετά «χειροπόδαρα» σε μια εποχή ιστορική, θέλοντας και μη. Το πρόσωπο που περπατάει, είτε βλέπει μπροστά του τη ναϊντίλα, τους Ολυμπιακούς αγώνες, τον Γρηγορόπουλο και την Ελλάδα του Άδωνι Γεωργιάδη, είτε την Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ και της κρίσης, είναι το ίδιο πρόσωπο. Είναι σαν τους Αγγέλους του Βέντερς. Δεν είμαι εγώ άγγελος του Βέντερς, αλλά αυτός που τραγουδάει είναι ένας που μπαίνει στα σπίτια, και κοιτάει, και λέει, και παραστέκεται. Αυτός δεν μπορεί να αλλάξει, όσο κι αν αλλάζει η εικόνα γύρω του.

Νιώθεις ότι όλα αυτά που έχεις κάνει είναι προέκταση του εαυτού σου; Θεωρείς ότι βρήκες έναν εαυτό που έψαχνες από μικρός, όπως είπες πριν, και ανακάλυψες πολλά πράγματα για τον εαυτό σου μέσα από αυτά;

Σίγουρα. Αυτό νομίζω ότι το κάνει κάθε καλλιτέχνης. Κάθε δημιουργός φτιάχνει ένα μικρό σύμπαν, ό,τι κι αν είναι αυτό –από έναν πίνακα μέχρι ένα βιβλίο κόμικς. Και προεκτείνοντάς το, αν έχει την τύχη το σύμπαν αυτό να αβγατίσει, τελικά βρίσκει και ψυχαναλυτικά ταβάνια και τρόπους έκφρασης που υπήρχαν πάντα μέσα του και δεν τους ήξερε. Και έτσι αυτοπραγματώνεται. Έχουμε δει πολύ διαφορετικούς ανθρώπους να το κάνουν αυτό: από έναν υπάλληλο βίντεο κλαμπ που έβλεπε καράτε και τον λέγανε Ταραντίνο μέχρι έναν νεαρό από το Παγκράτι που έπαιζε φοβερά πιάνο και τον πήγαν στον Μάρκο Βαμβακάρη να τον ακούσει, και τον έλεγαν Μάνο Χατζιδάκι. Ο καθένας από αυτούς τι ήταν; Μια άμορφη μάζα, όπως όλοι όταν ήμαστε μικροί, αλλά τραγούδι το τραγούδι και ταινία την ταινία, ξέρουμε και λέμε: «Αυτό είναι ταραντινικό, αυτό είναι χατζιδακικό, αυτό είναι γουντιαλενικό ή αυτό είναι πικασικό.»

Μιας και κάνεις αναφορά στο σινεμά, κάποια στιγμή θα γυρίσεις και ταινία, έτσι δεν είναι;

Αν είμαι τυχερός, θα μπορούσε να αναδυθεί κι αυτό ως ένα μικρό ξεδίπλωμα ενός συγκεκριμένου ονείρου. Είναι από τα πράγματα που ήθελα πολύ όταν ήμουν μικρός. Έγραφα σενάρια, δηλαδή. Δεν είναι ότι δεν το έχω δοκιμάσει. Αν είναι μέσα στην τύχη μου και στις κατακτήσεις μου αυτό, το να με εμπιστευτεί κάποιος παραγωγός να κάνω ταινία, όπως μου εμπιστεύτηκαν ένα σίριαλ ή όπως μου εμπιστεύτηκαν την Ταράτσα… Πιστεύω ότι τα πράγματα που προχωράνε τη ζωή και μου δίνουν τη δυνατότητα να πραγματοποιώ όλα αυτά τα όνειρα, δεν είναι άλλο παρά τα τραγούδια. Γράφεις ένα τραγούδι και το τραγούδι έχει μια απεριόριστη δύναμη, η οποία ξετυλίγεται μέσα στα χρόνια. Υπάρχουν ορισμένα τραγούδια, από τον Καθρέφτη και το Εκείνη μέχρι το Ελεφαντάκι, όπου ήμουν απλώς τραγουδιστής, ή το τραγούδι για τα Τέμπη που τραγούδησα για να συμμετάσχω μέσα από τον βαθύτερο εαυτό μου στη συναυλία που διοργάνωσε ο σύλλογος οικογενειών «Τέμπη 2023» στο Καλλιμάρμαρο. Τα τραγούδια συσσωρεύουν μια μεγάλη δύναμη. Μετά σου λέει ξαφνικά κάποιος: «Δεν κάνεις και μία ταινία;» Τα τραγούδια είναι μια ένωση ήχων και λέξεων που, αν πετύχει, κάτι κινητοποιεί· και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Η κοινωνική πλευρά ενός τραγουδιού έχει ενοχοποιηθεί. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει το κλισέ ότι «ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι ανεξάρτητος από την κοινωνική ζωή», «η τέχνη για την τέχνη», κ.λπ. Αυτά τα πράγματα σε ένα ποσοστό ισχύουν και πρέπει να ισχύουν. Πρέπει να είσαι ανεπηρέαστος από τα ρεύματα και από τις μόδες. Πρέπει να υπερασπίζεσαι τον εσωτερικό σου κόσμο από όλα αυτά. Αλλά είναι ψευδαίσθηση να μην πιστεύεις και να μη θεωρείς πως οτιδήποτε κάνεις ασκεί μια αρνητική ή θετική επιρροή. Οπότε, όλο αυτό είναι μια ευθύνη που πρέπει να αναλαμβάνεις, αλλιώς είσαι κάποιος που απλώς γράφει τραγουδάκια ή που υποτιμά και τον εαυτό του και τους άλλους. Είσαι ένα AI και λες στους άλλους: «Πολύ ωραία ερώτηση, πώς θα μπορούσα να σας βοηθήσω;»

Αυτή τη δύναμη τη νιώθεις στην επαφή σου με το κοινό στις συναυλίες;

Στην αρχή, όταν ξεκίνησα, σοκαρίστηκα με αυτό που εισέπραξα. Θυμάμαι να είμαι στο σπίτι με σωβρακοφανέλα και να γράφω μόνος μου την Μπόσα νόβα του Ησαΐα και να αισθάνομαι ότι μόνο εμένα αφορούν αυτές οι αφηρημένες νύξεις για τον Κλαρκ Γκέιμπλ και τον Βουτσά, ή την Κική με τους σουρεαλιστικούς στίχους. Όταν ξαφνικά μετά από λίγους μήνες σε μια συναυλία μου είδα από κάτω τριακόσια-τετρακόσια άτομα να τραγουδάνε. και πολλοί από τους νεαρούς να μου μοιάζουν και πολλά κορίτσια να είναι όπως οι ηρωίδες των τραγουδιών μου, για μένα ήταν ένα πολύ ευχάριστο σοκ. Αυτό, αφενός, δείχνει και τη μικρότητα και τη σχετικότητά σου ως καλλιτέχνη, αλλά, αφετέρου, και τη δύναμη που έχει αυτή η περίεργη ένωση τριών αρμονιών, μιας μελωδικής γραμμής και συγκεκριμένου λόγου.

Και μετά ακολουθεί η Ειρήνη του Αριστοφάνη, που θα ανεβάσετε στην Επίδαυρο.

Εδώ υπάρχει για μένα το «επιδαύριο στοίχημα», αλλά και το στοίχημα του να κάνω ως Έλληνας μουσικός Αριστοφάνη σε μια παράδοση που είναι μεγάλη και εμπεριέχει πολλά ταμπού και πολλές κατακτήσεις, οι οποίες φαντάζουν στο μυαλό μας αξεπέραστες ή μοναδικές. Αναφέρομαι σε δουλειές όπως του Χατζιδάκι, του Χρήστου και του Σαββόπουλου, με την αυτόνομη δουλειά που έκανε πάνω στους Αχαρνής. Δεν επέχουν μόνο τη θέση του κλασικού, αλλά και έχουν δώσει απαντήσεις από τις οποίες είναι δύσκολο να ξεφύγεις, αφού μιλάμε πάντα για την ίδια γλώσσα, για τους ίδιους τονισμούς… Προσπαθώντας να αποκτήσεις επαφή με το αρχαίο κείμενο, να καταλάβεις τι γίνεται εκεί μέσα και να κάνεις κάτι ενδιαφέρον δικό σου, μοιραία αντιλαμβάνεσαι γιατί ο Χατζιδάκις οδηγήθηκε στις πολυρρυθμίες. Ή ο Σαββόπουλος σε πολύ παράξενα ακόρντα, και γιατί χρειάστηκε να μεταφράσει ορισμένα χωρία για να μπορέσει να του βγει μουσικά και να είναι και στο πνεύμα του πρωτότυπου. Το παρήγορο είναι ότι μπαίνεις σε μια περιπέτεια που μπήκαν κι άλλοι, και ότι θα τους συναντήσεις ενδεχομένως. Συνέλαβε ο Νίκος Καραθάνος μια πολύ ωραία εικόνα όταν ο Τρυγαίος, ο ήρωας του έργου –που στη δική μας εκδοχή είναι η Τρυγαία–, κατεβαίνει από τον Όλυμπο στη γη με το σκαθάρι. Εμείς έχουμε βάλει μια εμβόλιμη σκηνή που περνάει μέσα από τις ψυχές, και εκεί συναντάμε και τον ίδιο τον Αριστοφάνη. Είναι αυτό ακριβώς που περνάμε σε μια τέτοια δουλειά: Συναντάμε ψυχές, συναντάμε όλους αυτούς τους ανθρώπους που έγραψαν, που ανέβασαν, που είδαν τις αντίστοιχες παραστάσεις, κάτι που συμβαίνει με οτιδήποτε καλλιτεχνικό κι αν κάνεις. Κι ένα τραγούδι να γράψεις, είναι σαν να περνάνε όλοι οι ραψωδοί και τραγουδοποιοί από μέσα σου. Αν έχεις ανοιχτά μάτια και καρδιά, θα συναντήσεις αρκετούς.

Η εμπειρία σου στο γράψιμο για τις Ταράτσες και τα Νούμερα σού έχει δημιουργήσει έναν λεκτικό κώδικα συγκεκριμένο, έτσι δεν είναι;

Έχω το δικό μου στιλ στο γράψιμο, ειδικά στα κωμικά πράγματα, όπως στο 1821 που κάναμε με τον Καρατζά. Κυρίως, όμως, έχω αποκτήσει με τους ηθοποιούς την ίδια σχέση που έχω με τους μουσικούς. Όπως όταν κάνω μια παράσταση και έχω στο νου μου τον Κωστή Χριστοδούλου και τον Σωτήρη Ντούβα, άλλο τόσο έχω τον Αλευρά και την Χατζηπασχάλη. Όλο αυτό έχει να κάνει με το μουσικό αυτί, με το αυτί που αντιλαμβάνεται τη φωνή, τις δυνατότητές της και το πού μπορεί να φτάσει. Όταν γράφω, σκέφτομαι πάλι ως μουσικός.

Το μουσικό μέρος της παράστασης πώς το φαντάζεσαι;

Βγαίνει πολύ ελεύθερο και με πολύ ενδιαφέρουσες λύσεις κάθε φορά. Έχει πολύ πειραματικά στοιχεία, πολύ λυρικά στοιχεία. Έχει στοιχεία εμπνευσμένα από αυτή τη «διαστημική» περίοδο που σου ανέφερα πριν, αλλά κυρίως με ενδιαφέρει και εδώ θέλω να δημιουργήσω μια πολύ ωραία μπάντα. Σκεφτόμουν από την αρχή ότι θα έχω έναν σολίστα και επέλεξα τον τρομπετίστα Ανδρέα Πολυζωγόπουλο, που είναι σπουδαίος και ιδιοφυής μουσικός. Τώρα συζητάμε για την μπάντα όπου θα είμαστε έξι άτομα μαζί με τον Άγγελο Τριανταφύλλου, ο οποίος συνθέτει κάποια ορχηστρικά μέρη της παράστασης και είναι μόνιμο μέλος του κόσμου του Καραθάνου. Για μένα, εξίσου σημαντική με τη συνάντησή μου με τον κόσμο του Αριστοφάνη είναι και η συνάντηση μου με τον Καραθάνο. Τον θεωρώ έναν υπέροχο θεατράνθρωπο, που πέρα από το ταλέντο, τις γνώσεις και την αίσθηση του σήμερα και του επείγοντος που έχει κάθε αληθινός σκηνοθέτης, αυτός είναι και ποιητής. Συνέχεια ρουφάει και τρυγεί από έναν πάρα πολύ συγκεκριμένο κόσμο, από τον κόσμο της ψυχής του και της ζωής του. Αυτό είναι κάτι που κάνουν όλοι οι σκηνοθέτες που με ενδιαφέρουν. Αυτούς προτιμώ από τους σκηνοθέτες του σινεμά και του θεάτρου. Ο Νίκος είναι μια τέτοια περίπτωση. Είναι ένας ποιητής, ένας άνθρωπος που με έναν τρόπο καταφέρνει και κάνει κάθε μεγάλο έργο να συνδεθεί με ένα κομμάτι της ζωής του και το κάνει μια απόλυτα καινούρια και απόλυτα ίδια παράσταση. Έτσι κάνουν όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί.

Εκείνος σου το πρότεινε;

Ναι.

Με ποιο σκεπτικό;

Νομίζω ότι η πρόταση οφείλεται, αφενός, στο ότι παρακολούθησε κάποιες παραστάσεις στην Ταράτσα ή στο Κύτταρο και, αφετέρου, στο ότι συνεργαστήκαμε πολύ ωραία στην επιθεώρηση 1821, όπου έπαιζε και ο ίδιος. Είδε πώς δουλεύω και γράφω ως μουσικός, αισθάνθηκε ότι έπρεπε να κάνουμε έναν Αριστοφάνη παρέα, κάτι που είναι μεγάλη μου τιμή.

Νιώθεις ότι ένα παιδικό σου όνειρο γίνεται πραγματικότητα με την επικείμενη αυτή παράσταση;

Η αλήθεια είναι ότι είναι πάνω από τα όνειρά μου αυτό. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα κάνω Επίδαυρο. Το μόνο που συνδέεται πραγματικά με τη δική μου ζωή είναι ότι μικρός δύο ήταν τα αγαπημένα μου πράγματα όταν κοιμόντουσαν οι γονείς μου το μεσημέρι… Κλεινόμουν πάντα στο σαλόνι και δεν άφηνα κανέναν να μπει. Στα παλιά σπίτια τα σαλόνια ήταν κάπως ξέχωρα, δεν ήταν προσπελάσιμα. Εκεί είχαμε το πικάπ μας, όπου άκουγα κάθε μέρα έναν έναν όλους τους δίσκους της δισκοθήκης των γονιών μου και έπαιζα μόνος μου φανταστικά βιντεοκλίπ, πριν εκλαϊκευθούν ως έννοια τα βιντεοκλίπ. Επίσης, όπως ανέφερα και νωρίτερα, για κάποιον περίεργο λόγο, έπαιρνα από τη βιβλιοθήκη τα έργα του Αριστοφάνη στη μετάφραση του Θρασύβουλου Σταύρου και τα διάβαζα φωναχτά, κάνοντας και κάστινγκ στο μυαλό μου –τον έναν ρόλο τον έπαιρνε ο Βέγγος, τον άλλον ο Βουτσάς… Έκανα ένα ιδεώδες καστ με τους ηθοποιούς που έβλεπα στην τηλεόραση, τα έβαζα στο μυαλό μου και τα έπαιζα ολομόναχος όλα αυτά, κλείνοντας τις κουρτίνες και τα φώτα για να φτιάξω ατμόσφαιρα. Εδώ πέρα, διάφοροι κόσμοι του παιδικού μου σαλονιού, ο Φοίβος που παίζει μόνος του Αριστοφάνη και ο Φοίβος που ακούει δίσκους, ενώνονται. Το ότι θα βρεθούμε στην Επίδαυρο είναι ένα δώρο καθαρά του Νίκου και κάτι που αξίζει καθαρά ο Νίκος. Δεν είναι κάτι που έρχεται από οποιαδήποτε δική μου φιλοδοξία.

Θα παρουσιάσετε την παράσταση και σε άλλα θέατρα μετά την Επίδαυρο;

Ναι, βέβαια! Μετά την Επίδαυρο θα γίνει μια πολύ μεγάλη περιοδεία του έργου μέχρι τον Οκτώβριο, σε όλα τα μεγάλα θέατρα της Ελλάδας που μπορούν να φιλοξενήσουν μια τόσο μεγάλη παραγωγή. Μόνο οι επί σκηνής είναι είκοσι δύο άτομα!

Το κείμενο επιμελήθηκε η διπλοπαντρεμένη Βίκυ Ρούσκα.


 
  ©2007-2026 Copyright foidel.gr All rights Reserved